Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • δεκα- & δεκ- & δεκά- & δέκ-: α' συνθετικό που δηλώνει 1. ότι κάτι διαθέτει δέκα στοιχεία ή είναι δέκα φορές μεγαλύτερο ή περισσότερο, συγκρινόμενο με άλλο: δεκα-ήμερος. Δεκά-χρονος/~ωρος. Δεκ-αθλητής. Δέκ-αθλο.|| Δεκα-πλάσιος. 2. τη δεκάδα σε απόλυτα αριθμητικά: δεκα-τρία.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.