Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • δηλώνω δη-λώ-νω ρ. (μτβ.) {δηλών-ει (επίσ.) δηλοί, δήλω-σα, -θηκε (λόγ. μτχ. δηλω-θείς, -θείσα, -θέν), -μένος (λόγ.) δεδηλωμένος, δηλών-οντας} 1. ανακοινώνω, γνωστοποιώ ή εκφράζω με ρητό, σαφή ή εμφατικό τρόπο: ~ την αντίθεσή/την απογοήτευσή/τη γνώμη/την εκτίμησή/τον θαυμασμό/την πρόθεσή/τη συγκατάθεσή μου. ~ απερίφραστα/δημόσια/εγκαίρως/επανειλημμένως/επιγραμματικά/επίσημα/ευθαρσώς/προκαταβολικά. ~ει αισιόδοξος/ικανοποιημένος. ~ει άθεος/αριστερός/δεξιός. Ο πρωθυπουργός ~σε κατηγορηματικά ότι ... (πβ. αναφέρω, αποκαλύπτω, βεβαιώνω. ΑΝΤ. αποκρύπτω, αποσιωπώ). Η βλάβη έχει ~θεί στον ΟΤΕ. ~ άγνοια/αδυναμία/αφοσίωση/πίστη/υποταγή (πβ. αναγνωρίζω, ομολογώ). Βλ. εκ~. 2. κοινοποιώ με δήλωση, κυρ. σε αρμόδια Αρχή ή υπηρεσία: ~ τον γάμο/τη γέννηση/τον θάνατο/το παιδί στο ληξιαρχείο. ~ εισοδήματα από ακίνητα (στην εφορία, πβ. εμφανίζω, παρουσιάζω)/μαθήματα (στη σχολή μου)/την παραίτησή μου (στον εργοδότη μου, βλ. υποβάλλω)/τα στοιχεία μου (στην αστυνομία, πβ. δίνω)/τους υπαλλήλους μου (στο ΙΚΑ). ~θηκε ο ποδοσφαιριστής (στην ΟΥΕΦΑ, για δικαίωμα συμμετοχής στις διοργανώσεις της). ~ υπεύθυνα ότι ... (βλ. υπεύθυνη δήλωση). (στο τελωνείο) Έχετε κάτι να ~σετε; ~στε συμμετοχή στον διαγωνισμό/στην κλήρωση (= πάρτε μέρος). (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Ο αιτών/η αιτούσα δηλοί την ακρίβεια των παραπάνω στοιχείων (= επιβεβαιώνει).δηλώνει: σημαίνει, δείχνει, φανερώνει: Το πρώτο ψηφίο ~ τον αύξοντα αριθμό του μαθήματος (πβ. υπο~). Όπως ~ η λέξη. Το ύφος του ~ δυσαρέσκεια. Βλ. συν(υπο)~. [< μεσν. δηλώνω, γαλλ. déclarer]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.