δηλώνω δη-λώ-νω ρ. (μτβ.) {δηλών-ει (επίσ.) δηλοί, δήλω-σα, -θηκε (λόγ. μτχ. δηλω-θείς, -θείσα, -θέν), -μένος (λόγ.) δεδηλωμένος, δηλών-οντας} 1. ανακοινώνω, γνωστοποιώ ή εκφράζω με ρητό, σαφή ή εμφατικό τρόπο: ~ την αντίθεσή/την απογοήτευσή/τη γνώμη/την εκτίμησή/τον θαυμασμό/την πρόθεσή/τη συγκατάθεσή μου. ~ απερίφραστα/δημόσια/εγκαίρως/επανειλημμένως/επιγραμματικά/επίσημα/ευθαρσώς/προκαταβολικά. ~ει αισιόδοξος/ικανοποιημένος. ~ει άθεος/αριστερός/δεξιός. Ο πρωθυπουργός ~σε κατηγορηματικά ότι ... (πβ. αναφέρω, αποκαλύπτω, βεβαιώνω. ΑΝΤ. αποκρύπτω, αποσιωπώ). Η βλάβη έχει ~θεί στον ΟΤΕ. ~ άγνοια/αδυναμία/αφοσίωση/πίστη/υποταγή (πβ. αναγνωρίζω, ομολογώ). Βλ. εκ~.2. κοινοποιώ με δήλωση, κυρ. σε αρμόδια Αρχή ή υπηρεσία: ~ τον γάμο/τη γέννηση/τον θάνατο/το παιδί στο ληξιαρχείο. ~ εισοδήματα από ακίνητα (στην εφορία, πβ. εμφανίζω, παρουσιάζω)/μαθήματα (στη σχολή μου)/την παραίτησή μου (στον εργοδότη μου, βλ. υποβάλλω)/τα στοιχεία μου (στην αστυνομία, πβ. δίνω)/τους υπαλλήλους μου (στο ΙΚΑ). ~θηκε ο ποδοσφαιριστής (στην ΟΥΕΦΑ, για δικαίωμα συμμετοχής στις διοργανώσεις της). ~ υπεύθυνα ότι ... (βλ. υπεύθυνη δήλωση). (στο τελωνείο) Έχετε κάτι να ~σετε; ~στε συμμετοχή στον διαγωνισμό/στην κλήρωση (= πάρτε μέρος). (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Ο αιτών/η αιτούσα δηλοί την ακρίβεια των παραπάνω στοιχείων (= επιβεβαιώνει). ● δηλώνει: σημαίνει, δείχνει, φανερώνει: Το πρώτο ψηφίο ~ τον αύξοντα αριθμό του μαθήματος (πβ. υπο~). Όπως ~ η λέξη. Το ύφος του ~ δυσαρέσκεια. Βλ. συν(υπο)~. [< μεσν. δηλώνω, γαλλ. déclarer]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.