Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • δημεγέρτης δη-με-γέρ-της ουσ. (αρσ.) (αρχαιοπρ.): πρόσωπο που υποκινεί εξέγερση, που ξεσηκώνει τα πλήθη. Πβ. αγκιτάτορας. Βλ. δημαγωγός, ταραχοποιός. [< μεσν. δημεγέρτης]

δημαγωγός

δημαγωγόςδη-μα-γω-γός ουσ. (αρσ.): αυτός που δημαγωγεί. Πβ. δημοκόπος, λαϊκιστής, λαοπλάνος. Βλ. δημεγέρτης.|| (κ. ως επίθ.) ~οί: ηγέτες. [< αρχ. δημαγωγός, γαλλ. démagogue, αγγλ. demagogue]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.