δημογραφικός , ή, ό δη-μο-γρα-φι-κός επίθ.: ΔΗΜΟΓΡ. που σχετίζεται με τη δημογραφία ή τον πληθυσμό: ~ός: δείκτης/παράγοντας/χάρτης. ~ή: ανάλυση/έκρηξη/εξέλιξη/κρίση/πολιτική/συρρίκνωση. ~ές: μελέτες/μεταβολές. ~ά: στοιχεία. Βλ. απογραφικός. ● επίρρ.: δημογραφικά ● ΣΥΜΠΛ.: δημογραφικά χαρακτηριστικά: τα γνωρίσματα (φύλο, ηλικία, μόρφωση, απασχόληση, εισόδημα) ενός πληθυσμού ή τμήματός του, ιδ. για τον προσδιορισμό του προφίλ μιας αγοράς καταναλωτών. [< αγγλ. demographics, 1967] , δημογραφικό (πρόβλημα/ζήτημα): οι αρνητικές συνέπειες της δυσανάλογης μείωσης ή αύξησης του πληθυσμού μιας περιοχής, μιας χώρας ή ολόκληρου του πλανήτη ως προς τους διαθέσιμους πόρους., γήρανση πληθυσμού βλ. γήρανση [< γαλλ. démographique, αγγλ. demographic]
απογραφικός
απογραφικός, ή, ό [ἀπογραφικός] α-πο-γρα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την απογραφή: ~ός: έλεγχος/κατάλογος/πίνακας. ~ή: δήλωση/έρευνα. ~ό: δελτίο. [< μτγν. ἀπογραφικός]
γήρανση
γήρανσηγή-ραν-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. προοδευτική φθορά του οργανισμού με την πάροδο της ηλικίας: βιολογική/ορμονική/πνευματική/πρόωρη/φυσιολογική ~. ~ του δέρματος/των κυττάρων/του σώματος. Σημάδια ~ης. Επιβράδυνση/καταπολέμηση της ~ης. Πβ. γέρασμα, γηρασμός. Βλ. αντι~, φωτο~.2. (μτφ.) φθορά λόγω παλαιότητας: ~ του κτιρίου/του συστήματος. ● ΣΥΜΠΛ.: γήρανση πληθυσμού & δημογραφική/πληθυσμιακή γήρανση: ΔΗΜΟΓΡ. συνεχής αύξηση της αναλογίας των ηλικιωμένων ατόμων ως προς τον συνολικό πληθυσμό με ταυτόχρονη μείωση του ποσοστού των παιδιών και συρρίκνωση των παραγωγικών ηλικιών. Πβ. δημογραφικό (πρόβλημα). Βλ. υπογεννητικότητα., δείκτης γήρανσης: ΔΗΜΟΓΡ. αναλογία (επί τοις εκατό) του πληθυσμού άνω των εξήντα πέντε ετών προς τον πληθυσμό με ηλικία μέχρι δεκατεσσάρων ετών. Βλ. δείκτης γεννητικότητας., ενεργός γήρανση: (στην Ευρωπαϊκή Ένωση) αύξηση της μέσης ηλικίας απασχόλησης στην αγορά εργασίας, με ταυτόχρονη εξειδικευμένη αξιοποίηση της απασχόλησης των ηλικιωμένων., τεχνητή γήρανση: ΤΕΧΝΟΛ. (κυρ. στη μεταλλουργία) θερμική επεξεργασία για την αύξηση της ανθεκτικότητας υλικού. [< αγγλ. artificial ageing, 1930] [< αρχ. γήρανσις]
We use cookies and similar technologies to improve your experience on our website.