δημοσιοϋπαλληλικός , ή, ό δη-μο-σι-ο-ϋ-παλ-λη-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους δημοσίους υπαλλήλους: ~ός: κλάδος. ~ή: ιεραρχία/νοοτροπία. ~ό: (ΝΟΜ.) δίκαιο/καθεστώς/συνδικαλιστικό κίνημα/ωράριο. Βλ. υπαλληλικός. ● ΣΥΜΠΛ.: δημοσιοϋπαλληλικός κώδικας: ΝΟΜ. σύνολο κανόνων που διέπουν την εργασία των δημοσίων υπαλλήλων, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους.
υπαλληλικός
υπαλληλικός, ή, ό [ὑπαλληλικός] υ-παλ-λη-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους υπαλλήλους: ~ή: αποζημίωση/εργασία/ιδιότητα/ιεραρχία/νοοτροπία/(ΝΟΜ.) προσφυγή. ~ό: δυναμικό/καθεστώς. ~ές: θέσεις. Βλ. δημοσιοϋπαλληλικός. ● ΣΥΜΠΛ.: Υπαλληλικό Δίκαιο: ΝΟΜ. σύνολο κανόνων οι οποίοι ρυθμίζουν τις εργασιακές σχέσεις, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των δημόσιων και δημοτικών κυρ. υπαλλήλων., Υπαλληλικός Κώδικας: ΝΟΜ. σύνολο διατάξεων οι οποίες ρυθμίζουν το εργασιακό καθεστώς των υπαλλήλων.
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.