Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • δημοσιοϋπαλληλικός , ή, ό δη-μο-σι-ο-ϋ-παλ-λη-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους δημοσίους υπαλλήλους: ~ός: κλάδος. ~ή: ιεραρχία/νοοτροπία. ~ό: (ΝΟΜ.) δίκαιο/καθεστώς/συνδικαλιστικό κίνημα/ωράριο. Βλ. υπαλληλικός. ● ΣΥΜΠΛ.: δημοσιοϋπαλληλικός κώδικας: ΝΟΜ. σύνολο κανόνων που διέπουν την εργασία των δημοσίων υπαλλήλων, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους.

υπαλληλικός

υπαλληλικός, ή, ό [ὑπαλληλικός] υ-παλ-λη-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους υπαλλήλους: ~ή: αποζημίωση/εργασία/ιδιότητα/ιεραρχία/νοοτροπία/(ΝΟΜ.) προσφυγή. ~ό: δυναμικό/καθεστώς. ~ές: θέσεις. Βλ. δημοσιοϋπαλληλικός. ● ΣΥΜΠΛ.: Υπαλληλικό Δίκαιο: ΝΟΜ. σύνολο κανόνων οι οποίοι ρυθμίζουν τις εργασιακές σχέσεις, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των δημόσιων και δημοτικών κυρ. υπαλλήλων., Υπαλληλικός Κώδικας: ΝΟΜ. σύνολο διατάξεων οι οποίες ρυθμίζουν το εργασιακό καθεστώς των υπαλλήλων.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.