δημοφιλής , ής, ές δη-μο-φι-λής επίθ. {δημοφιλ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· δημοφιλέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): που είναι αρεστός και αγαπητός στον πολύ κόσμο: ~ής: ηθοποιός/καλλιτέχνης/παίκτης/πολιτικός (= λαοφιλής)/προορισμός. ~ής: δραστηριότητα/μουσική/σειρά/ταινία. ~ές: άθλημα/βιβλίο/έργο/θέμα/σάιτ. ~είς: αναζητήσεις/καταχωρήσεις/υπηρεσίες στο διαδίκτυο. ~ή: νησιά. Τα πιο ~ή στέκια της πόλης για φαγητό και ποτό. Πβ. αγαπημένος, κοσμαγάπητος. Βλ. προσφιλής. ΑΝΤ. αντιδημοφιλής [< μτγν. δημοφιλής ‘φίλος του λαού’, γαλλ. populaire]
προσφιλής
προσφιλής, ής, ές προ-σφι-λής επίθ. {προσφιλ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· προσφιλέστ-ερος, -ατος} 1. ιδιαίτερα αγαπητός, αρεστός: ~ή: πρόσωπα (= αγαπημένα, οικεία).2. που προτιμάται, συνηθίζεται πολύ από κάποιον: ~ής: προορισμός διακοπών. ~ής: έκφραση/μέθοδος/συνήθεια. ~ές: άθλημα/θέμα/μέσο. Κατά την ~ή του τακτική. Βλ. δημοφιλής. [< αρχ. προσφιλής]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.