Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • διάγνωση δι-ά-γνω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. προσδιορισμός της φύσης και της αιτίας μιας νόσου με ιατρική ή/και εργαστηριακή εξέταση βάσει των συμπτωμάτων της και του ιστορικού του ασθενή: γενετική/κλινική/προγεννητική/ψυχιατρική ~. ~ διαβήτη/καρκίνου. ~ και αντιμετώπιση/θεραπευτική αγωγή. Κέντρο/μέθοδοι ~ης. Η έγκαιρη ~ σώζει ζωές. Βλ. ακτινο~, αυτο~, τηλε~.|| Τεστ ~ης δυσκολιών μάθησης. 2. εξαγωγή ενός συμπεράσματος μετά από έρευνα: ~ κινδύνου/προβλήματος. ~ σφαλμάτων και βλαβών. Εργαλείο ~ης. ● ΣΥΜΠΛ.: διαφορική διάγνωση: ΙΑΤΡ. διαδικασία που στοχεύει στην επικρατέστερη διάγνωση της νόσου του ασθενή, με αποκλεισμό άλλων πιθανών παθήσεων. ΣΥΝ. διαφοροδιάγνωση [< αγγλ. differential diagnosis] [< αρχ. διάγνωσις, γαλλ. diagnose, αγγλ. diagnosis, γερμ. Diagnose]