διάγραμμα δι-ά-γραμ-μα ουσ. (ουδ.) 1. σχηματική αναπαράσταση ενός αντικειμένου, της λειτουργίας μιας συσκευής, σχεδιάγραμμα: κτηματολογικό/υψομετρικό ~. Τοπογραφικό ~ σε κλίμακα ένα προς χίλια. ~ διαδρομής/κυκλώματος. Πίνακες/χάρτες και ~ατα. Πβ. περίγραμμα, πλάνο, σχέδιο. Βλ. χρονο~.2. γραφική παράσταση της εξέλιξης ενός φαινομένου, της σχέσης μεταξύ των μερών ενός συνόλου ή μεταξύ μεταβλητών που αντιστοιχούν σε ένα μέγεθος· γράφημα: γενεαλογικό/ιστορικό/λειτουργικό ~. ~ δραστηριοτήτων (επιχείρησης)/πορείας (προγράμματος). Ημερήσιο ~ τιμών μετοχής. Ερμηνεία ~άτων. Στο ~ απεικονίζεται η σχέση μεταξύ ...|| (ΜΑΘ., για αλγεβρική ή γεωμετρική σχέση:) ~ συνάρτησης.|| (ΣΤΑΤΙΣΤ.) Ακιδωτό (πβ. ραβδόγραμμα)/κυκλικό (= πίτα) ~. Βλ. ιστόγραμμα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ ακολουθίας/συνεργασίας.3. συνοπτική απόδοση, σκελετός: ~ διδασκαλίας/ομιλίας/ύλης. Πβ. περίληψη. ● ΣΥΜΠΛ.: διάγραμμα ροής/λογικό διάγραμμα: ΠΛΗΡΟΦ. σχηματική αναπαράσταση μιας ακολουθίας λειτουργιών σε ένα υπολογιστικό πρόγραμμα με ειδικά σύμβολα και σχήματα. [< αγγλ. flowchart, 1920] , μιμικό διάγραμμα βλ. μιμικός [< αρχ. διάγραμμα, γαλλ. diagramme, αγγλ. diagram, γερμ. Diagramm]
ιστόγραμμα
ιστόγραμμα[ἱστόγραμμα] ι-στό-γραμ-μα ουσ. (ουδ.): ΣΤΑΤΙΣΤ. γράφημα που απεικονίζει την κατανομή συχνότητας μέσω της χρήσης ορθογώνιων παραλληλογράμμων σε σύστημα κάθετων αξόνων. Βλ. διά-, ραβδό-γραμμα. [< αγγλ. histogram, γαλλ. histogramme, 1956]
μιμικός
μιμικός, ή, ό μι-μι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον μίμο ή ακολουθεί τον τρόπο των μίμων: ~ός: χορός. ~ή: γλώσσα/έκφραση του προσώπου/τέχνη. ~ά: σύμβολα (= εμότικον). ~ές: κινήσεις. ● Ουσ.: μιμική (η): η τέχνη της μίμησης, μιμητική: παράσταση βασισμένη στον χορό, στη ~, στην απαγγελία και στο τραγούδι. ● ΣΥΜΠΛ.: μιμικό διάγραμμα: ΤΕΧΝΟΛ. πίνακας ενδείξεων που αναπαριστά τη λειτουργία εργοστασίου, δικτύου, μηχανήματος, εγκατάστασης., μιμικοί μύες: ΑΝΑΤ. οι μύες του προσώπου που εκφράζουν τα συναισθήματα του ατόμου. [< μτγν. μιμικός]
We use cookies and similar technologies to improve your experience on our website.