Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • διάζευξη δι-ά-ζευ-ξη ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) διαχωρισμός, διάκριση: ~ μεταξύ σωστού και λάθους. Πβ. διαφοροποίηση. ΑΝΤ. σύζευξη (1) 2. ΓΡΑΜΜ. είδος παρατακτικής σύνταξης προτάσεων ή όρων πρότασης, που αντιδιαστέλλονται ή/και αλληλοαποκλείονται: π.χ. Θα έρθω ή με τους γονείς μου ή με την αδελφή μου. 3. (επίσ.) διαζύγιο. [< αρχ. διάζευξις]