Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • διάκειμαι δι-ά-κει-μαι ρ. (αμτβ.) {-εισαι, -ειται, -είμεθα, -εισθε, -εινται, μτχ. διακείμενος, -η, -ο} (λόγ.): τηρώ ορισμένη στάση, έχω συγκεκριμένη διάθεση απέναντι σε κάποιον ή κάτι: ~ειται δυσμενώς/ευμενώς/ευνοϊκά/εχθρικά/θετικά απέναντί τους. ● ΦΡ.: φιλικά/φίλα διακείμενος/προσκείμενος βλ. φίλα [< αρχ. διάκειμαι ‘βρίσκομαι σε μια κατάσταση, τακτοποιούμαι]

φίλα

φίλαφί-λα επίρρ. (λόγ.): μόνο στη ● ΦΡ.: φιλικά/φίλα διακείμενος/προσκείμενος: που υποστηρίζει ή δείχνει εύνοια, φιλική διάθεση σε πρόσωπο, φορέα ή ιδεολογία· γενικότ. που προτιμά κάτι: οργάνωση ~ ~η προς το/στο κόμμα. Ο ~ ~ Τύπος. [< αρχ. φίλα]