διάλεκτος δι-ά-λε-κτος ουσ. (θηλ.) {διαλέκτ-ου | -ων, -ους}: ΓΛΩΣΣ. γλωσσική ποικιλία γεωγραφικής περιοχής που διαφοροποιείται αισθητά από την κοινή γλώσσα ως προς το λεξιλόγιο, τη γραμματική ή την προφορά: η κρητική/κυπριακή/ποντιακή ~. Η αττική/δωρική/ιωνική ~ της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας. Το Κέντρον Ερεύνης των Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων (της Ακαδημίας Αθηνών). Πβ. ντοπιολαλιά. Βλ. ιδίωμα.|| Κοινωνική ~ (= κοινωνιόλεκτος). Στη λαϊκή ~ο (= λαϊκιστί). Βλ. ιδιόλεκτος. [< μτγν. διάλεκτος, γαλλ. dialecte, αγγλ. dialect, γερμ. Dialekt]
ιδιόλεκτος
ιδιόλεκτος[ἰδιόλεκτος] ι-δι-ό-λε-κτος ουσ. (θηλ.) {ιδιολέκτ-ου} & ιδιόλεκτο (το): ΓΛΩΣΣ. το σύνολο των ιδιαίτερων γλωσσικών στοιχείων, φωνολογικών, μορφολογικών, συντακτικών, λεξιλογικών, που χαρακτηρίζουν την ομιλία ενός ανθρώπου. Βλ. διάλεκτος, ιδίωμα, κοινωνιόλεκτος, ύφος. [< αγγλ. idiolect, 1948, γαλλ. idiolecte, περ. 1960]
ιδίωμα
ιδίωμα[ἰδίωμα] ι-δί-ω-μα ουσ. (ουδ.) {ιδιώμ-ατα} 1. ΓΛΩΣΣ. τοπική διάλεκτος που διαφοροποιείται ελάχιστα από την κοινή γλώσσα: το γλωσσικό ~ της Μάνης. Τα βόρεια/νότια ~ατα της νεοελληνικής. Πβ. ντοπιολαλιά. Βλ. ιδιωματισμός.2. (προφ.) ενοχλητική συνήθεια· ιδιορρυθμία, ιδιοτροπία: Έχει το ~ να σπαταλάει όλα του τα λεφτά. Πβ. ελάττωμα, κουσούρι, παραξενιά, χούι.3. χαρακτηριστικός τρόπος καλλιτεχνικής, λογοτεχνικής, μουσικής έκφρασης: ποιητικό/προσωπικό ~. Μουσικά ~ατα (μπλουζ, τζαζ). Βλ. ιδιοτυπία. [< μτγν. ἰδίωμα ‘ιδιαιτερότητα (του ύφους), ιδιομορφία’, 1: γαλλ. idiome, γερμ. Idiom, αγγλ. idiom]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.