Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • διάνοια δι-ά-νοι-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -οίας} 1. άνθρωπος με υψηλό βαθμό ευφυΐας, μεγαλοφυΐα: επιστημονική/μαθηματική ~. Είναι ~ στη φυσική. Πβ. ιδιοφυΐα. Βλ. IQ, δείκτης νοημοσύνης. 2. {χωρ. πληθ.} νοητική ικανότητα, νους, πνεύμα: άνθρωπος με φωτισμένη ~. Η λειτουργία της ~ας. Η ~ ως μέσο για την απόκτηση γνώσης. Πβ. μυαλό. Βλ. εξυπνάδα, λογική, λόγος. ● ΣΥΜΠΛ.: προϊόντα/έργα της διάνοιας & (λόγ.) διανοίας: ΝΟΜ. δημιουργήματα του πνεύματος. Βλ. πνευματικά δικαιώματα, πνευματική ιδιοκτησία. ● ΦΡ.: ούτε κατά διάνοια: με τίποτα, σε καμία περίπτωση, επ' ουδενί: Αυτό που λες δεν μπορεί να ισχύσει ~ ~! Πβ. με κανέναν τρόπο., να μην προτρέχει η γλώσσα της διανοίας/της σκέψης βλ. προτρέχω [< αρχ. διάνοια ΄σκέψη, έννοια, σκοπός’]

Πνεύμα

Πνεύμα[ἐξυπνάδα] ε-ξυ-πνά-δα ουσ. (θηλ.) 1. η ιδιότητα του έξυπνου: στοιχειώδης ~. ~ και επινοητικότητα/ευρηματικότητα/πονηριά. Φαντασία και ~. Τεστ ~ας. Δεν χρειάζεται και πολλή ~, για να το καταλάβεις. Πβ. ευστροφία, ευφυΐα, οξύνοια, σπιρτάδα. ΑΝΤ. αμβλύνοια, ανοησία (1), βλακεία (1), ηλιθιότητα (1) 2. {συχνά στον πληθ.} (προφ.-ειρων.) ανόητο αστείο ή ενέργεια: Μην κάνεις/πεις καμιά ~. Αφήστε/σταματήστε τις ~ες. Όλο ~ες είσαι. Πβ. ευφυολόγημα, κρυάδα. Βλ. -άδα. ● ΦΡ.: πουλάω πνεύμα/εξυπνάδα βλ. πνεύμα

προτρέχω

προτρέχωπρο-τρέ-χω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {προέτρεξα, προτρέχ-οντας} (λόγ.): βγάζω γρήγορα συμπεράσματα ή ενεργώ με βιασύνη: Μην ~εις! Περίμενε να δεις πρώτα τι θα γίνει.|| (+ γεν.) Δεν ~ των γεγονότων, αλλά έχω την αίσθηση πως ... ● ΦΡ.: να μην προτρέχει η γλώσσα της διανοίας/της σκέψης: να μη μιλάς, προτού σκεφτείς τι θα πεις. [< αρχ. προτρέχω]

IQ

IQβλ. άι-κιου