Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • διάσταση δι-ά-στα-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΜ. {συνήθ. στον πληθ.} κάθε μέγεθος (κυρ. μήκος, πλάτος και ύψος) που ορίζει την έκταση ενός υλικού σώματος, σχήματος ή/και χώρου προς μία ή περισσότερες κατευθύνσεις: εσωτερικές/μέγιστες ~άσεις. Οι ~άσεις ενός δωματίου/οικοπέδου/τραπεζιού. Έργο γιγαντιαίων/μικρών/μνημειακών ~άσεων. Πίνακας ζωγραφικής ~άσεων 60 Χ 60 εκ. Πισίνα ολυμπιακών ~άσεων. Βλ. όγκος.|| (μόνο στον πληθ., κυρ. για γυναίκες: η περιφέρεια του στήθους, της μέσης και των γοφών, συνήθ. σε εκατοστά:) Έχει ιδανικές ~άσεις (: αναλογίες) για μοντέλο. (κυριολ.) Παίρνω τις ~άσεις (: τα μέτρα). Βλ. μονο-, δισ-, πολυ-διάστατος. 2. {συνήθ. στον πληθ.} εμβέλεια, μέγεθος ενός γεγονότος ή φαινομένου: πρόβλημα παγκοσμίων/πλανητικών ~άσεων. Έδωσαν μεγάλη ~ στη ... Η πραγματική ~ των γεγονότων. Προσδίδει άλλες διαστάσεις. 3. (μτφ.) άποψη, πλευρά: αισθητική/ανθρωπιστική/περιβαλλοντική ~ (π.χ. ενός ζητήματος). Η διαπολιτισμική/ευρωπαϊκή ~ στην εκπαίδευση. Η ηθική/ιστορική ~ του θέματος. Η τέχνη στην κοινωνική της ~. Πβ. παράγοντας, παράμετρος, πτυχή. 4. διαφορά, αντίθεση: ~ απόψεων για ... ~ λόγων και έργων. Η κοινή γνώμη βρίσκεται/είναι σε ~ με τους πολιτικούς. Πβ. ρήξη. ΑΝΤ. ομοφωνία (1) 5. (σπάν.) απομάκρυνση, διαχωρισμός: η ~ σώματος και ψυχής.|| (ΓΥΜΝ.) Τα πόδια σε ~ (: ανοικτά προς το πλάι, σπανιότ. και για τα χέρια).|| (ΧΗΜ., αντίδραση διαχωρισμού ενός μορίου σε απλούστερα μόρια, άτομα ή ρίζες:) Βαθμός/ενέργεια ~ης. ● ΣΥΜΠΛ.: διάσταση διανυσματικού χώρου: ΜΑΘ. το πλήθος των στοιχείων της βάσης του., η τέταρτη διάσταση: ΦΥΣ.-ΜΑΘ. ο χρόνος, σύμφωνα με τη θεωρία της σχετικότητας., η τρίτη διάσταση: (στις εικαστικές κυρ. τέχνες) το βάθος, η προοπτική που διαφοροποιεί ένα στερεό σώμα από το δισδιάστατο σχέδιό του. Πβ. φόντο. Βλ. τρισδιάστατος. ● ΦΡ.: παίρνει/λαμβάνει/προσλαμβάνει διαστάσεις: για πρόβλημα που επιδεινώνεται ραγδαία: Κάτι ~ ανεξέλεγκτες/ανησυχητικές/απρόσμενες/εκρηκτικές/(τρομακτικά) μεγάλες/νέες ~. ~ ~ μάστιγας/σκανδάλου. Το ζήτημα/η υπόθεση έχει λάβει σοβαρές ~. Το πρόβλημα έχει προσλάβει επικίνδυνες ~. Διαστάσεις επιδημίας έχει πάρει η νόσος., σε διάσταση/εν διαστάσει: ΝΟΜ. (για ανδρόγυνο) που ζει χωριστά, χωρίς να έχει πάρει διαζύγιο: Είναι/βρίσκονται σε ~.|| Οι εν διαστάσει γονείς. [< αρχ. διάστασις, γαλλ.-αγγλ. dimension]

μονο- & μονό- & μον-

μονο- & μονό- & μον-α' συνθετικό λέξεων με τη σημασία του 1. ενός: μονο-εδρικός/~ετής/~θέσιος. Μονό-γλωσσος. Μονό-στηλο.|| Μονο-κοτυλήδονα (βλ. δι-). Μον-οξ(ε)ίδιο. 2. (μτφ.) αποκλειστικού, μοναδικού: μονο-πωλιακός.|| (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) Μονο-διάστατος/~μερής. Μονό-πλευρος. ΑΝΤ. πολυ-.

όγκος

όγκος[ὄγκος] ό-γκος ουσ. (αρσ.) 1. (επιστ.) ο χώρος που καταλαμβάνει τρισδιάστατο στερεό σώμα ή αντικείμενο, η χωρητικότητα, το μέγεθός του· γενικότ. οι διαστάσεις: (ΓΕΩΜ.) ~ κύβου/κυλίνδρου/(ορθογώνιου) παραλληλεπιπέδου. Μονάδες μέτρησης ~ου (βλ. κυβικό μέτρο/εκατοστό/δεκατόμετρο/χιλιοστόμετρο).|| (ΧΗΜ.) Μοριακός ~. ~ αντιδραστηρίου/δείγματος/διαλύματος.|| (ΙΑΤΡ. -ΦΥΣΙΟΛ.) Αναπνεόμενος ~ αέρα (: που εισπνέεται σε κάθε αναπνοή). ~ παλμού (: η ποσότητα αίματος που προωθείται από την καρδιά σε κάθε συστολή και διοχετεύεται στις αρτηρίες). Διατροφή για αύξηση μυϊκού ~ου (βλ. μπόντι-μπίλντινγκ). (ΦΑΡΜΑΚ.) ~ κατανομής (~ των βιολογικών υγρών στα οποία κατανέμεται συγκεκριμένη ουσία).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Αρχεία μεγάλα/μικρά σε ~ο.|| Οικοδομικός/ορεινός ~ (= μάζα). (Συνολικός) ~ δωματίου/κιβωτίου/κτιρίου/νερού/πάγου (= παγόβουνο)/υγρού. ~οι βράχων/χιονιού.|| Αφρός για ~ο στα μαλλιά. Βλ. πυκνότητα. 2. (μτφ.) μεγάλη ποσότητα, μεγάλος αριθμός, πλήθος: ~ αποδείξεων/εισαγωγών/εξαγωγών/επενδύσεων/εργασιών/παραγγελιών/παραγωγής/πληροφοριών/στοιχείων. Ο ~ (= το ύψος) των (εμπορικών/χρηματιστηριακών) συναλλαγών. Ο ~ (= κορμός) των διαδηλωτών/της πορείας. Δείκτης ~ου λιανικών πωλήσεων.|| (ΠΛΗΡΟΦ.-ΤΗΛΕΠ.) ~ δεδομένων/κίνησης/χρήσης. 3. ΙΑΤΡ. μη φυσιολογική μάζα ιστού που προκαλείται από ανεξέλεγκτο πολλαπλασιασμό κυττάρων και τη σταδιακή εξάπλωσή τους, χωρίς να εξυπηρετείται η φυσιολογία του οργανισμού· νεόπλασμα: κακοήθης (πβ. καρκίνος, καρκίνωμα)/καλοήθης/μεταστατικός/συμπαγής (: που αναπτύσσεται από συμπαγή όργανα) ~. ~ στον εγκέφαλο/στον μαστό. Χειρουργική αφαίρεση ~ου. ΣΥΝ. νεοπλασία ● Υποκ.: ογκίδιο (το) βλ. σημ. 3: ψηλαφητό ~. Βλ. -ίδιο, ινοαδένωμα, οζίδιο. ● ΣΥΜΠΛ.: ο κύριος όγκος: το μεγαλύτερο μέρος: ~ ~ της βιβλιογραφίας/των διαδηλωτών. ● ΦΡ.: αυτοκίνητο δύο όγκων βλ. αυτοκίνητο, αυτοκίνητο τριών όγκων βλ. αυτοκίνητο [< 1: αρχ. ὄγκος 2: γαλλ. masse 3: αρχ. ὄγκος ‘εξόγκωμα, οίδημα’, γαλλ. tumeur]

τρισδιάστατος

τρισδιάστατος, η, ο τρισ-δι-ά-στα-τος επίθ. (διεθν. συντομ. 3D): που έχει ή μοιάζει να έχει τρεις διαστάσεις (μήκος, πλάτος, ύψος): ~ος: χάρτης/χώρος. ~η: απεικόνιση/εικόνα/μοντελοποίηση (π.χ. κτιρίων)/πραγματικότητα/ψηφιοποίηση (μνημείων). ~ο: αντικείμενο/(εικονικό) περιβάλλον/μοντέλο (λ.χ. εδάφους)/ολόγραμμα/σχέδιο/σχήμα. ~α: γραφικά. Τοπίο σε ~η μορφή. Βλ. μονο-, δισ-, πολυ-διάστατος.|| (κατ' επέκτ., που αναφέρεται στην ~η προβολή:) ~ος: κινηματογράφος. ~η: οθόνη/τεχνολογία.|| ~α: γυαλιά (: για την παρακολούθηση ~ων ταινιών).|| ~ος: ήχος (: που γίνεται αντιληπτός από τον ακροατή σαν να προέρχεται από διαφορετικά σημεία του περιβάλλοντος χώρου· βλ. ντόλμπι).|| (μτφ.-επιτατ.-μειωτ.) Είναι ~ (= πάρα πολύ παχύς, ψηλός και γεροδεμένος)! ● επίρρ.: τρισδιάστατα [< γαλλ. à trois dimensions, tridemensionnel, 1953, γερμ. dreidimensional, αγγλ. tridemensional, three-dimensional]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.