Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ευκρινώς

    δι-α-βλέ-πω ρ. (μτβ.) {διέβλε-ψα (λόγ.) διείδα, διαβλέ-ψει, διαβλέπ-οντας}: αναγνωρίζω ότι κάτι ισχύει, συμβαίνει ή συμπεραίνω ότι θα συμβεί κάτι με βάση συγκεκριμένες ενδείξεις: ~ μια διάθεση ειρωνείας/έναν ενδοιασμό/περιφρόνηση στα λόγια του. ~ τα κίνητρα/τις προθέσεις κάποιου. ~ψα αμέσως ότι είχε μεγάλο ταλέντο και δεν έπεσα έξω. Πβ. διαγιγνώσκω, διακρίνω, διαισθάνομαι, υποπτεύομαι, υποψιάζομαι.|| ~ αλλαγές/την ανάγκη για .../τις δυσκολίες/μία προοπτική/τη σύγκρουση. Οι αναλυτές ~ουν σταθερή ανάκαμψη της οικονομίας. Το μέλλον ~εται (= διαγράφεται) δυσοίωνο. Πβ. μαντεύω, προαισθάνομαι, προβλέπω, προεικάζω, προλέγω. [< αρχ. διαβλέπω ‘κοιτάζω επίμονα, βλέπω ευκρινώς’, γαλλ. entrevoir]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.