Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • διαβούλευση δι-α-βού-λευ-ση ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (επίσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διαβουλεύομαι: ανοιχτή/δημόσια/ευρεία/ηλεκτρονική/κοινωνική/υβριδική ~. ~ της επιτροπής/του Κοινοβουλίου/του οργανισμού/του συμβουλίου. Δημοτική/περιφερειακή επιτροπή ~ης. Διπλωματικές/μαραθώνιες/μυστικές/πολιτικές/πυρετώδεις ~εύσεις. Εβδομάδα/νέος κύκλος ~εύσεων. Γίνονται ~εύσεις επί ~εύσεων για ... Μετά από πολύωρες ~εύσεις αποφασίστηκε ... Συνεχίζονται οι ~εύσεις (πβ. διαπραγματεύσεις, συζητήσεις). Σε ~ τίθεται το νομοσχέδιο του υπουργείου ...|| (μτφ.) Πυρετός ~εύσεων. [< γαλλ. consultation]