Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • διαβούλευση δι-α-βού-λευ-ση ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (επίσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διαβουλεύομαι: ανοιχτή/δημόσια/ευρεία/ηλεκτρονική/κοινωνική/υβριδική ~. ~ της επιτροπής/του Κοινοβουλίου/του οργανισμού/του συμβουλίου. Δημοτική/περιφερειακή επιτροπή ~ης. Διπλωματικές/μαραθώνιες/μυστικές/πολιτικές/πυρετώδεις ~εύσεις. Εβδομάδα/νέος κύκλος ~εύσεων. Γίνονται ~εύσεις επί ~εύσεων για ... Μετά από πολύωρες ~εύσεις αποφασίστηκε ... Συνεχίζονται οι ~εύσεις (πβ. διαπραγματεύσεις, συζητήσεις). Σε ~ τίθεται το νομοσχέδιο του υπουργείου ...|| (μτφ.) Πυρετός ~εύσεων. [< γαλλ. consultation]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.