Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • διαδικασία δι-α-δι-κα-σί-α ουσ. (θηλ.) {διαδικασιών} 1. μέθοδος προσέγγισης, σειρά ενεργειών που οδηγούν σε ορισμένο αποτέλεσμα: αργή/βασανιστική/(δια)νοητική/εξελικτική (βλ. προτσές)/πολυσύνθετη/τελετουργική/τυπική/φυσική ~. Ειρηνευτική/εκλογική/παραγωγική ~. Αδιαφανείς/εσωτερικές/πνευματικές/ύποπτες/χρονοβόρες ~ες. Η όλη ~. Ο ρόλος του παιχνιδιού στην εκπαιδευτική ~. ~ έκδοσης αποτελεσμάτων/εξετάσεων/πρόσληψης. Ακολουθείται ~ αξιολόγησης. ~ που πραγματοποιείται σε πολλά στάδια. Oλοκληρώθηκε η ~ υποβολής αιτήσεων. Ξεκίνησαν/προχωρούν με γρήγορους ρυθμούς οι ~ες του συνεδρίου. Επιταχύνουν/καθυστερούν/μπλοκάρουν τη ~ των διαπραγματεύσεων.|| ~ αποσύνθεσης/γήρανσης. Η ~ της πέψης.|| (αρνητ. συνυποδ.) Η έκδοση διαβατηρίου είναι ολόκληρη ~ (: απαιτεί χρόνο, έχει φασαρία). 2. ΝΟΜ. σύνολο θεσμοθετημένων ή τυποποιημένων πρακτικών που πρέπει να ακολουθηθούν στο δικαστήριο για την έκδοση και εφαρμογή μιας απόφασης ή σε υπηρεσίες για την έκδοση διοικητικής πράξης: ανακριτική/αποδεικτική/νομοθετική ~. ~ αδειοδότησης/διαζυγίου/ιδιωτικοποίησης/πιστοποίησης. 3. ΤΕΧΝΟΛ. σύνολο ενεργειών που απαιτούνται κατά τη διάρκεια πολύπλοκης λειτουργίας και ειδικότ. εκτέλεση εντολών από συγκεκριμένο πρόγραμμα, διεργασία: ~ απογείωσης/προσγείωσης αεροσκάφους.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αναζήτησης πληροφοριών/αντιγραφής/αποθήκευσης/σάρωσης. ● ΣΥΜΠΛ.: με τη διαδικασία του κατεπείγοντος: ΝΟΜ. για περιπτώσεις με επείγοντα χαρακτήρα: Το νέο νομοσχέδιο κατατέθηκε/ψηφίστηκε ~ ~. Υποθέσεις που εκδικάζονται ~ ~., ακροαματική διαδικασία βλ. ακροαματικός ● ΦΡ.: με συνοπτικές διαδικασίες: χωρίς χρονοτριβή ή/και παρακάμπτοντας τον κανονισμό, το τυπικό: ~ ~ οι άδειες για νέες επιχειρήσεις. Διαγραφή ~ ~. Απορρίφθηκαν ~ ~ τα αιτήματα/οι προτάσεις. Τον απέλυσαν/τον έβγαλαν από τη μέση ~ ~.|| (ΝΟΜ., εκδίκαση ποινικών υποθέσεων χωρίς χρονοβόρες τυπικότητες:) Τον καταδίκασαν ~ ~/κατόπιν ~ής ~ας. [< αρχ. διαδικασία ‘δίκη, δικαστική κρίση ή απόφαση’, γαλλ. procédure, γερμ. Prozess, αγγλ. procedure]

ακροαματικός

ακροαματικός, ή, ό [ἀκροαματικός] α-κρο-α-μα-τι-κός επίθ. 1. που προορίζεται ή προσφέρεται για ακρόαση: ~ή: διδασκαλία. ~ά: έργα. Οι δικανικοί λόγοι είναι κατεξοχήν ~οί. 2. που σχετίζεται με το ακρόαμα: ~ές: απολαύσεις/εμπειρίες. Οι ~ές προτιμήσεις του κοινού. ● ΣΥΜΠΛ.: ακροαματική διαδικασία 1. ΝΟΜ. εκδίκαση υπόθεσης ενώπιον δικαστηρίου (ακροατηρίου) κατά την οποία εξετάζονται οι διάδικοι, ακούγονται οι αγορεύσεις των συνηγόρων και ανακοινώνεται η απόφαση: Η κατηγορία κατέρρευσε κατά την ~ ~. 2. (γενικότ.) νομική διαδικασία που γίνεται ενώπιον επιτροπής, κατά την οποία παρουσιάζονται αποδεικτικά στοιχεία και επιχειρήματα για την επίλυση κάποιου αντικειμενικού ή νομικού ζητήματος: προδικαστικές ~ές ~ες από στρατιωτικές επιτροπές. [< γερμ. Anhör(ungs)verfahren] [< μτγν. ἀκροαματικός ‘ικανός να προσέχει’, μτγν. ἀκροατικός ‘κατάλληλος για ακρόαση’]