Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • διαθέσιμος , η, ο δι-α-θέ-σι-μος επίθ. 1. που μπορεί να διατεθεί, να χρησιμοποιηθεί, που βρίσκεται στη διάθεση κάποιου: ~ος: εξοπλισμός/χρόνος. ~οι: πόροι/χώροι στάθμευσης. ~α: εισιτήρια. Άμεσα/ευρέως/μη ~. Αξιοποίηση ~ου υλικού. Προϊόντα ~α στην αγορά. Μελέτες ~μες στο διαδίκτυο. Ανεπαρκές ~ο ποσό στον λογαριασμό του πελάτη. Σύμφωνα με τις ~ες πληροφορίες ... Βασιζόμαστε στις ~ες γνώσεις/λύσεις. Πρόσβαση στις ~ες υπηρεσίες. Υπάρχουν ακόμη θέσεις ~ες (= άδειες, ελεύθερες). Μείωση των ~ων (= υπαρχουσών) πηγών ενέργειας. Ανάλογα με τα/με όλα τα ~α μέσα. Δεν υπάρχει ~ο απόθεμα, έχει εξαντληθεί. Επιλέξτε ένα από τα ~α χρώματα. 2. (για πρόσ.) εύκαιρος, πρόθυμος: Για τους φίλους είμαι πάντα ~. Θα είμαι ~ για ό,τι χρειαστείτε.|| Ποιες ώρες είναι ~ ο γιατρός (: δέχεται); ● Ουσ.: διαθέσιμα (τα): ΟΙΚΟΝ. αξίες και περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να ρευστοποιηθούν αμέσως. [< γαλλ. disponible]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.