διαθέσιμος , η, ο δι-α-θέ-σι-μος επίθ. 1. που μπορεί να διατεθεί, να χρησιμοποιηθεί, που βρίσκεται στη διάθεση κάποιου: ~ος: εξοπλισμός/χρόνος. ~οι: πόροι/χώροι στάθμευσης. ~α: εισιτήρια. Άμεσα/ευρέως/μη ~. Αξιοποίηση ~ου υλικού. Προϊόντα ~α στην αγορά. Μελέτες ~μες στο διαδίκτυο. Ανεπαρκές ~ο ποσό στον λογαριασμό του πελάτη. Σύμφωνα με τις ~ες πληροφορίες ... Βασιζόμαστε στις ~ες γνώσεις/λύσεις. Πρόσβαση στις ~ες υπηρεσίες. Υπάρχουν ακόμη θέσεις ~ες (= άδειες, ελεύθερες). Μείωση των ~ων (= υπαρχουσών) πηγών ενέργειας. Ανάλογα με τα/με όλα τα ~α μέσα. Δεν υπάρχει ~ο απόθεμα, έχει εξαντληθεί. Επιλέξτε ένα από τα ~α χρώματα.2. (για πρόσ.) εύκαιρος, πρόθυμος: Για τους φίλους είμαι πάντα ~. Θα είμαι ~ για ό,τι χρειαστείτε.|| Ποιες ώρες είναι ~ ο γιατρός (: δέχεται); ● Ουσ.: διαθέσιμα (τα): ΟΙΚΟΝ. αξίες και περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να ρευστοποιηθούν αμέσως. [< γαλλ. disponible]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.