Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • διακυτταρικός , ή, ό δι-α-κυτ-τα-ρι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που αφορά τη σχέση, που συντελείται μεταξύ κυττάρων: ~ή: επικοινωνία/μεταφορά/ύλη. Βλ. ενδοκυττάριος. ● επίρρ.: διακυτταρικά

ενδοκυττάριος

ενδοκυττάριος, α/ος, ο [ἐνδοκυττάριος] εν-δο-κυτ-τά-ρι-ος επίθ. & ενδοκυτταρικός, ή, ό: ΒΙΟΛ. που εντοπίζεται ή αναπτύσσεται μέσα στα κύτταρα: ~ο: ασβέστιο/υγρό. Πβ. υποκυτταρικός. ΑΝΤ. εξωκυττάριος [< γαλλ. intracellulaire]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.