Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • δρασκελισμός δι-α-σκε-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (λόγ.) άνοιγμα των ποδιών κατά το περπάτημα ή το τρέξιμο· μεγάλα βήματα: Με δέκα ~ούς μας έφτασε. Πβ. δρασκελιά, δρασκελισμός.|| (σπάν.-μτφ.) Προχωρούν με γρήγορους/μεγάλους ~ούς στην έρευνα ... (πβ. άλματα). Βλ. -ισμός. 2. ΜΕΤΡ. συνέχιση και ολοκλήρωση του νοήματος στον επόμενο στίχο ενός ποιήματος: μετρικός ~. [< μεσν. διασκελισμός, 1: γαλλ. enjambée 2: γαλλ. enjambement]

-ισμός

-ισμόςεπίθημα αφηρημένων αρσενικών ουσιαστικών που δηλώνει 1. ενέργεια, αποτέλεσμα: καταρτ~/μεταβολ~/πανηγυρ~/παραθερ~/συμψηφ~/υπνωτ~.|| Oραματ~/προβληματ~. 2. θεωρία, τέχνη: αγνωστικ~/δαρβιν~/δυϊσμός/ουμαν~/πλουραλ~/σχετικ~. Kαπιταλ~/κομμουν~/σοσιαλ~.|| (αρνητ.) Σκοταδ~.|| (κίνημα:) Δημοτικ~. Φεμιν~.|| (διδασκαλία:) Στωικ~/χριστιαν~. Μανιχα-ϊσμός.|| Κλασικ~/μινιμαλ~/ρεαλ~/ρομαντ~. 3. στάση, συμπεριφορά: αλτρου~.|| (συνήθ. μειωτ.) Αριβ~/ατομ~/εγω~/σοβιν~/στρουθοκαμηλ~/χαμαιλεοντ~/χαφιεδ~. 4. ενασχόληση, δραστηριότητα: αθλητ~/ακτιβ~/αλπιν~/προσκοπ~. 5. ΙΑΤΡ. πάθηση, νόσο: δαλτον~. 6. φαινόμενο: γεωτροπ~/ιον~.|| Γαλλ~.