Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • διασυρμός δι-α-συρ-μός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): δημόσιος εξευτελισμός: εθνικός/τηλεοπτικός ~. ~ των δημοκρατικών θεσμών/της δικαιοσύνης. Συντριπτική ήττα και ~ της ομάδας/της παράταξης. Πβ. γελοιοποίηση, διαπόμπευση, δυσφήμιση, εμπαιγμός, προπηλακισμός. [< μτγν. διασυρμός ‘ανυποληψία,’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.