Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • διασώζω [διασῴζω] δι-α-σώ-ζω ρ. (μτβ.) {διάσω-σα (λόγ.) διέσω-σα, διασώ-σει, -θηκε (λόγ.) διεσώ-θη, διασω-θεί, -θείς (σπανιότ.) -σμένος, διασώζ-οντας} 1. (μτφ.) διαφυλάσσω, διατηρώ: Η προφορική παράδοση έχει ~σει τα ιστορικά γεγονότα. Το τραγούδι ~εται σε δύο παραλλαγές. ~θηκε στη μνήμη μου. 2. σώζω κάποιον από κίνδυνο, συνήθ. θανάσιμο: Το ελικόπτερο έπεσε, αλλά το πλήρωμα ~θηκε. Πβ. γλιτώνω, περισώζω. [< αρχ. διασῴζω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.