Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • διαφημιστικός , ή, ό δι-α-φη-μι-στι-κός επίθ.: που στοχεύει στη διαφήμιση ή σχετίζεται με αυτή: ~ός: κατάλογος/κλάδος. ~ή: αγγελία/αφίσα/βιομηχανία/εκστρατεία/εταιρεία/καμπάνια. ~ό: γραφείο/κείμενο/περιβάλλον/σλόγκαν/σποτ/τρικ. ~ές: καταχωρήσεις. ~ά: δώρα/λάβαρα (πβ. μπάνερ)/φυλλάδια. Η εκδήλωση έγινε για ~ούς λόγους. Πβ. προωθητικός. ● Ουσ.: διαφημιστικό (το): έντυπη ή άλλου είδους διαφήμιση. ● ΣΥΜΠΛ.: διαφημιστικό μήνυμα: μικρής διάρκειας ραδιοφωνική, τηλεοπτική ή διαδικτυακή ανακοίνωση που παρουσιάζει προϊόν ή υπηρεσία, με σκοπό την προσέλκυση του αγοραστικού κοινού: Ακολουθεί ~ ~. ~ά ~ατα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (βλ. σπαμ). [< γαλλ. message publicitaire] , διαφημιστικό διάλειμμα βλ. διάλειμμα

διάλειμμα

διάλειμμαδι-α (& διά)-λειμ-μα ουσ. (ουδ.) {διαλείμμ-ατος | -ατα, -άτων}: προσωρινή διακοπή εργασίας ή άλλης δραστηριότητας, κυρ. για ξεκούραση: ενδιάμεσο/μεσημεριανό/σύντομο ~. ~ για ύπνο/φαγητό. ~ μισής ώρας/ολίγων λεπτών. ~ ανάπαυσης/χαλάρωσης. Είναι ώρα για ~. Τέρμα το ~. Είκοσι λεπτά ~. Κατά τη διάρκεια/την ώρα του ~ατος. Συχνά/τακτικά ~ατα. Στα ~ατα των μαθημάτων/της (θεατρικής) παράστασης/της συζήτησης/του συνεδρίου. Κάνω ~. Εργασία με/χωρίς ~ατα. Θα συνεχίσουμε μετά το ~. Σχολικό ~ (: μεταξύ δύο διδακτικών ωρών). Χτύπησε το κουδούνι του ~ατος/για ~. Πβ. μπρέικ.|| Ευχάριστο ~ (πβ. ιντερλούδιο, παρένθεση).|| ~ στη σχέση ενός ζευγαριού. Βλ. σε διάσταση/εν διαστάσει, χωρισμός. ΣΥΝ. ανάπαυλα ● ΣΥΜΠΛ.: διαφημιστικό διάλειμμα: μικρή παύση, συνήθ. σε ραδιοφωνικό ή τηλεοπτικό πρόγραμμα, για διαφημίσεις: Ακολουθεί σύντομο ~ ~ και σε λίγο θα είμαστε και πάλι μαζί. Πάμε/περνάμε σε ~ ~., μουσικό διάλειμμα: διακοπή συνήθ. της ροής ενός προγράμματος, κατά την οποία ακούγεται μουσική ή παρουσιάζεται μουσικό ή/και χορευτικό θέαμα: ευχάριστο ~ ~. Μεσολαβεί/παρεμβάλλεται ~ ~. Βλ. ιντερ-λούδιο, -μέτζο., φωτεινό διάλειμμα: μικρή περίοδος νηφαλιότητας, διαύγειας πνεύματος: (ΙΑΤΡ.) ~ ~ μεταξύ επιληπτικών κρίσεων. Πβ. έκλαμψη.|| (κυρ. μτφ.) ~ά ~ατα στη ρουτίνα της καθημερινότητας. [< γαλλ. intervalle lucide] ● ΦΡ.: κατά διαλείμματα: κατά διαστήματα, διακεκομμένα: Αισθάνομαι κάποιους πόνους στο γόνατο ~ ~. ΑΝΤ. αδιάλειπτα & αδιαλείπτως, συνέχεια & συνεχώς, διάλειμμα για καφέ βλ. καφές [< μτγν. διάλειμμα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.