διαφημιστικός , ή, ό δι-α-φη-μι-στι-κός επίθ.: που στοχεύει στη διαφήμιση ή σχετίζεται με αυτή: ~ός: κατάλογος/κλάδος. ~ή: αγγελία/αφίσα/βιομηχανία/εκστρατεία/εταιρεία/καμπάνια. ~ό: γραφείο/κείμενο/περιβάλλον/σλόγκαν/σποτ/τρικ. ~ές: καταχωρήσεις. ~ά: δώρα/λάβαρα (πβ. μπάνερ)/φυλλάδια. Η εκδήλωση έγινε για ~ούς λόγους. Πβ. προωθητικός. ● Ουσ.: διαφημιστικό (το): έντυπη ή άλλου είδους διαφήμιση. ● ΣΥΜΠΛ.: διαφημιστικό μήνυμα: μικρής διάρκειας ραδιοφωνική, τηλεοπτική ή διαδικτυακή ανακοίνωση που παρουσιάζει προϊόν ή υπηρεσία, με σκοπό την προσέλκυση του αγοραστικού κοινού: Ακολουθεί ~ ~. ~ά ~ατα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (βλ. σπαμ). [< γαλλ. message publicitaire] , διαφημιστικό διάλειμμα βλ. διάλειμμα
διάλειμμα
διάλειμμαδι-α (& διά)-λειμ-μα ουσ. (ουδ.) {διαλείμμ-ατος | -ατα, -άτων}: προσωρινή διακοπή εργασίας ή άλλης δραστηριότητας, κυρ. για ξεκούραση: ενδιάμεσο/μεσημεριανό/σύντομο ~. ~ για ύπνο/φαγητό. ~ μισής ώρας/ολίγων λεπτών. ~ ανάπαυσης/χαλάρωσης. Είναι ώρα για ~. Τέρμα το ~. Είκοσι λεπτά ~. Κατά τη διάρκεια/την ώρα του ~ατος. Συχνά/τακτικά ~ατα. Στα ~ατα των μαθημάτων/της (θεατρικής) παράστασης/της συζήτησης/του συνεδρίου. Κάνω ~. Εργασία με/χωρίς ~ατα. Θα συνεχίσουμε μετά το ~. Σχολικό ~ (: μεταξύ δύο διδακτικών ωρών). Χτύπησε το κουδούνι του ~ατος/για ~. Πβ. μπρέικ.|| Ευχάριστο ~ (πβ. ιντερλούδιο, παρένθεση).|| ~ στη σχέση ενός ζευγαριού. Βλ. σε διάσταση/εν διαστάσει, χωρισμός. ΣΥΝ. ανάπαυλα ● ΣΥΜΠΛ.: διαφημιστικό διάλειμμα: μικρή παύση, συνήθ. σε ραδιοφωνικό ή τηλεοπτικό πρόγραμμα, για διαφημίσεις: Ακολουθεί σύντομο ~ ~ και σε λίγο θα είμαστε και πάλι μαζί. Πάμε/περνάμε σε ~ ~., μουσικό διάλειμμα: διακοπή συνήθ. της ροής ενός προγράμματος, κατά την οποία ακούγεται μουσική ή παρουσιάζεται μουσικό ή/και χορευτικό θέαμα: ευχάριστο ~ ~. Μεσολαβεί/παρεμβάλλεται ~ ~. Βλ. ιντερ-λούδιο, -μέτζο., φωτεινό διάλειμμα: μικρή περίοδος νηφαλιότητας, διαύγειας πνεύματος: (ΙΑΤΡ.) ~ ~ μεταξύ επιληπτικών κρίσεων. Πβ. έκλαμψη.|| (κυρ. μτφ.) ~ά ~ατα στη ρουτίνα της καθημερινότητας. [< γαλλ. intervalle lucide] ● ΦΡ.: κατά διαλείμματα: κατά διαστήματα, διακεκομμένα: Αισθάνομαι κάποιους πόνους στο γόνατο ~ ~. ΑΝΤ. αδιάλειπτα & αδιαλείπτως, συνέχεια & συνεχώς, διάλειμμα για καφέ βλ. καφές [< μτγν. διάλειμμα]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.