ειδοποιός, ός, ό [εἰδοποιός] ει-δο-ποι-ός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα: ~ός: ρόλος. ~ός: ιδιότητα. ~ό: στοιχείο. Βλ. -ποιός. ● ΣΥΜΠΛ.: ειδοποιός διαφορά: που κάνει κάτι να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα ομοειδή: η ~ ~ της δημοκρατίας από όλα τα άλλα πολιτεύματα. [< αρχ. εἰδοποιός ‘που διαμορφώνει ένα είδος ή δημιουργεί μια μορφή’]
μοιράζωμοι-ρά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μοίρα-σα, -σει, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, μοιράζ-οντας, -όμενος} 1. χωρίζω, διαιρώ κάτι σε ίσα συνήθ. μέρη: ~ (ακριβο)δίκαια/σε μερίδες/στη μέση/στα τρία. ~σαν τα κέρδη/την περιουσία/το ποσό. Ο γυμναστής ~σε τους μαθητές σε τέσσερις ομάδες.|| (μτφ.) ~ τον χρόνο μου ανάμεσα σε δύο πόλεις. Οι πιθανότητες για νίκη είναι ~σμένες (: μισές για κάθε ομάδα). ~ομαι/είμαι ~σμένος (= διχασμένος) ανάμεσα σε δύο επιλογές. 2. διανέμω: ~ δώρα/παιχνίδια στα παιδιά. ~σαν είδη πρώτης ανάγκης/κουβέρτες/τρόφιμα στους σεισμόπληκτους. ~ δωρεάν εισιτήρια/τα θέματα στους υποψηφίους. Το πολιτικό κόμμα ~σε έντυπα και προκηρύξεις. ~στηκαν (ενημερωτικά) φυλλάδια στους πολίτες. Ο ιερέας ~σε το αντίδωρο. Πβ. δια~. 3. (συνήθ. ειρων.) σκορπίζω, δίνω με αφθονία: ~ει διαταγές/ελπίδες/υποσχέσεις/φιλιά/χρήματα (στους φτωχούς). Μοίραζε αυτόγραφα από δω κι από κει/δεξιά κι αριστερά. Το νέο τυχερό παιχνίδι ~ει εκατομμύρια! ● Παθ.: μοιράζομαι 1. παίρνω μερίδιο, χρησιμοποιώ ή συμμετέχω σε κάτι μαζί με κάποιον: Το βραβείο/τον έπαινο ~στηκαν οι ισοβαθμήσαντες. Οι παίκτες ~στηκαν μεγάλο πριμ για τη νίκη τους. ~ονται το (ίδιο) αυτοκίνητο/δωμάτιο/κρεβάτι (: κοιμούνται μαζί)/σπίτι. Με τη σύζυγό μου ~όμαστε τις δουλειές του σπιτιού. ~στήκαμε τα έξοδα του ταξιδιού. ~σμένες: ευθύνες. 2. εκμυστηρεύομαι, εμπιστεύομαι ή γενικότ. βιώνω κάτι, συνήθ. συναίσθημα, μαζί με κάποιον, συμμερίζομαι: ~ τις ανησυχίες/τη λύπη/ένα μυστικό/τους προβληματισμούς/τις σκέψεις/τη χαρά μου. Θέλω να ~στώ μαζί σου ένα ευτυχές νέο! ● ΦΡ.: δεν έχω τίποτα να μοιράσω μαζί σου/με κάποιον/δεν έχουμε τίποτα να μοιράσουμε: δεν υπάρχει καμία διαφορά ή κανένας λόγος για διαφωνία, προστριβή., μοιράζω τη διαφορά (σπάν.-προφ.): βρίσκω τη μέση λύση σε διαφωνία, διένεξη., δεν ξέρει να μοιράσει/να χωρίσει δυο γαϊδάρων/γαϊδουριών άχυρα βλ. γάιδαρος, μοιράζω την τράπουλα/τα χαρτιά βλ. χαρτί, μοιράζω το παιχνίδι βλ. παιχνίδι, μοιρασμένη λύπη, μισή λύπη βλ. λύπη, μοιρασμένη χαρά, διπλή χαρά βλ. χαρά [< μεσν. μοιράζω]
ροκανίζωρο-κα-νί-ζω ρ. (μτβ.) {ροκάνι-σε, ροκανί-στηκε, -σμένο, ροκανίζ-οντας} 1. (μτφ.) τραγανίζω: ~ει ένα παξιμάδι/(ο σκύλος) τα κόκαλα. Πβ. κριτσανίζω. 2. (μτφ.) ξοδεύω σιγά σιγά, κατασπαταλώ: Ο πληθωρισμός και η ακρίβεια ~ουν (= εξανεμίζουν) το εισόδημα των εργαζομένων. ~ουν τα κέρδη. Πβ. καταβροχθίζω, ξεκοκαλίζω, τρώω. 3. εξομαλύνω, επεξεργάζομαι την επιφάνεια ξύλου με ροκάνι. ΣΥΝ. πλανίζω ● ΦΡ.: ροκανίζω τον χρόνο & τρώω τον χρόνο: καθυστερώ σκόπιμα: ~ουν ~ στις διαπραγματεύσεις/στο παιχνίδι. Πβ. κωλυσιεργώ. , ροκάνισαν τη διαφορά: (συνήθ. στο μπάσκετ) μείωσαν σιγά σιγά τη διαφορά πόντων: Οι φιλοξενούμενοι προηγήθηκαν με 12 πόντους, αλλά οι γηπεδούχοι ~ ~. Πβ. ψαλιδίζω. [< 3: μεσν. ροκανίζω < μτγν. ῥυκανίζω]
στήθος[στῆθος] στή-θος ουσ. (ουδ.) {στήθ-ους | -η (λαϊκό) -ια} 1. το μπροστινό μέρος του θώρακα ανθρώπου και ζώων ή/και τα όργανα που περικλείει και (ειδικότ., για σφάγια) το αντίστοιχο τμήμα της σάρκας: τριχωτό ~. Περιφέρεια ~ους. Στο ύψος του ~ους. Κάψιμο/πόνος/σφίξιμο στο ~. Ο μικρός ψήλωσε και μου φτάνει στο ~. Έγειρε το κεφάλι της στο ~ του. Έσφιξε το παιδί στο ~ της. Ο δρομέας έκοψε με το ~ του το νήμα. Παθήσεις του ~ους (: άσθμα, βήχας, βρογχίτιδα). Ο γιατρός ακροάστηκε το ~ μου. Νιώθω ένα βάρος στο ~. Πβ. μπούστο, στέρνο.|| Μπλούζα στενή/φαρδιά στο ~. Το άνοιγμα του ~ους (= ντεκολτέ).|| ~ γαλοπούλας/κοτόπουλου/πάπιας. Βλ. μπούτι. 2. οι μαστοί και ειδικότ. ο κάθε μαστός: γυναικείο/μεγάλο/μικρό/όμορφο/πεσμένο/στητό/σφριγηλό ~. ~ σιλικόνης (= σιλικονάτο). Πλαδαρά/πληθωρικά ~η. Ανόρθωση/αφαίρεση/εξέταση/εμφυτεύματα/πλαστική/προσθετική/σμίκρυνση/σύσφιξη/ψηλάφηση ~ους. Αδένας/θηλή/καρκίνος του ~ους. Όγκος στο ~. Δεν έχει ~ (: είναι επίπεδο· βλ. σανίδα).|| Αριστερό/δεξί ~. Έφερε το βρέφος στο ~ της, για να θηλάσει. Πβ. βυζί.|| Ασκήσεις για το ~. Αθλητής με γραμμωμένο/γυμνασμένο ~. 3. (μτφ.-οικ.) η πηγή, η έδρα των συναισθημάτων: Έχω ένα πλάκωμα στο ~ (: νιώθω ψυχικό πόνο, πβ. κατάστηθα). ΣΥΝ. καρδιά (3) ● Υποκ.: στηθάκι (το): στη σημ. 2. ● ΦΡ.: από στήθους (λόγ.): από μνήμης, απέξω: ~ ~ απαγγελία/ομιλία. Εκφώνησε τον λόγο ~ ~. Βλ. απέξω κι ανακατωτά. , με διαφορά στήθους: (κυρ. σε αγώνα δρόμου) με ελάχιστη διαφορά: Η μάχη θα κριθεί ~ ~. Ήρθε πρώτος/δεύτερος ~ ~., προτάσσω το στήθος/τα στήθη μου (μτφ.-λόγ.): αντιστέκομαι σθεναρά: Ήρθε η ώρα να ~ξουμε τα ~ μας και να πούμε όχι., στήθος με στήθος: (για αναμέτρηση) από πολύ κοντά, σώμα με σώμα: Παλέψανε ~ ~. Πβ. εκ του συστάδην.|| (μτφ.) Μάχη ~ ~ (: με πολύ μικρή διαφορά) μεταξύ των υποψηφίων. [< 1, 2: αρχ. στῆθος]
φάσηφά-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως} 1. καθένα από τα διαδοχικά στάδια στην εξελικτική πορεία γεγονότος, διαδικασίας ή φαινομένου: αναπτυξιακή/αρχική/ενδιάμεση/κρίσιμη/μεταβατική/προκαταρκτική/προκριματική/προπαρασκευαστική ~. Σε πρώτη ~. Οι διάφορες φάσεις του διαγωνισμού/της διδασκαλίας/(ΙΑΤΡ.) του καρδιακού κύκλου/του προγράμματος. ~ επεξεργασίας/συλλογής/σχεδιασμού/υλοποίησης. Κατά τη διάρκεια/ο στόχος της ~ης αυτής ... Σε ~ αλλαγής/αναδιοργάνωσης/πανικού. Στην τελική ~ (βρίσκεται) ο διάλογος για ... Ολοκληρώθηκε η τρίτη ~. Η χώρα έχει περάσει σε ανοδική/μια νέα ιστορική ~ (= περίοδο). Χωρισμός ενός έργου σε φάσεις.|| (ΑΘΛ.) Τα ζευγάρια της προημιτελικής ~ης είναι ... Τα αποτελέσματα/η κλήρωση/το πρόγραμμα της δεύτερης ~ης του Κυπέλλου. Την πρόκριση στην επόμενη ~ της διοργάνωσης πήρε ο ... Οι αγώνες στη ~ των οκτώ ξεκίνησαν στις ... Πβ. βήμα. 2. ΑΘΛ. στιγμιότυπο αγώνα· (συνήθ. στο ποδόσφαιρο) ευκαιρία για γκολ: αμφισβητούμενη/ενδιαφέρουσα/επικίνδυνη/συναρπαστική/ωραία ~. Επανάληψη της ~ης (: σε ριπλέι). Αποβλήθηκε για εκτός ~ης χτύπημα (: που δεν έγινε από κάτοχο της μπάλας). Ο αμυντικός διάβασε τη ~ (: ενήργησε έγκαιρα προβλέποντας την εξέλιξή της). Ο διαιτητής άφησε τη ~ να εξελιχθεί (: δεν τη διέκοψε με το να υποδείξει παράβαση που έγινε στη διάρκειά της).|| Χαμένη ~. Το τελείωμα των φάσεων (πβ. σκοράρισμα). Σε μια ~ από το πουθενά σκόραραν. Την πρώτη καλή ~ του αγώνα δημιούργησαν/έκαναν οι γηπεδούχοι. Το παιχνίδι ήταν ανιαρό, χωρίς φάσεις. 3. (προφ.) αξιοσημείωτο περιστατικό, γεγονός: αξέχαστη ~. Ήμουν μπροστά στη ~, όταν έγινε. Η όλη ~ ξεκίνησε με ... Πβ. σκηνή, σκηνικό. 4. ΦΥΣ. συγκεκριμένο στάδιο ή σημείο σε περιοδική κίνηση ή μεταβολή: ~ κύματος/ταλάντωσης. Σε ~ (: για περιοδικά φαινόμενα που εξελίσσονται παράλληλα έτσι ώστε οι φάσεις τους να συμπίπτουν). 5. ΗΛΕΚΤΡ. καθένα από τα κυκλώματα πολυφασικού συστήματος: ρεύμα δύο/τριών φάσεων (= διφασικό/τριφασικό). 6. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. φυσικώς διακριτό και ομογενές τμήμα χημικού συστήματος· ποσότητα ομογενούς ύλης: αέρια/ρευστή/στερεά/σωματιδιακή ~. Αλλαγή φάσεως. Αποθήκευση υδρογόνου σε υγρή ~. Διάγραμμα/ισορροπία φάσεων. Ο νόμος των φάσεων.|| Ελαιώδης/υδάτινη ~. 7. ΑΣΤΡΟΝ. καθεμία από τις όψεις που παρουσιάζουν η Σελήνη και ορισμένοι πλανήτες σε έναν παρατηρητή στη Γη, ανάλογα με τη θέση τους σε σχέση με τον Ήλιο ή τη Γη: οι φάσεις της Αφροδίτης. Βλ. σύμφαση. ● ΣΥΜΠΛ.: διαφορά φάσης 1. ΦΥΣ. φαινόμενο κατά το οποίο δύο κύματα της ίδιας συχνότητας έχουν διαφορετικό πλάτος κατά την ίδια χρονική στιγμή. 2. (μτφ.) χρονική απόκλιση, καθυστέρηση: Η θεωρία από την πράξη έχει μια ~ ~. ● ΦΡ.: έχει φάση & έχει τη φάση του (αργκό): για κάποιον/κάτι που είναι αστείο, ενδιαφέρον, πρωτότυπο: Δεν έχω παίξει ονλάιν παιχνίδια, αλλά θα ~ ~., κάνω φάση & παίζεται φάση (νεαν. αργκό): φασώνομαι., περνάω μια φάση: βρίσκομαι σε συγκεκριμένη κατάσταση: ~ ~ άγχους/αναζήτησης/προσαρμογής., στην παρούσα φάση: προς το παρόν, για την ώρα: Το πρόγραμμα τίθεται, ~ ~, σε δοκιμαστική χρήση. [< αρχ. φάσις ‘καταγγελία, εμφάνιση πάνω από τον ορίζοντα’, φάσεις (της σελήνης) < φαίνω, γαλλ.-αγγλ. phase]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ