Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • διεκδίκηση δι-εκ-δί-κη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ένδικη συνήθ. απαίτηση σχετικά με την κυριότητα πράγματος ή γενικότ. αξίωση για ικανοποίηση αιτήματος, οφειλής: δικαστική/εδαφική/εθνική ~. ~ κληρονομιάς. Δικαίωμα ~ης. Εγείρει νομικές ~ήσεις.|| Ατομικές/θεσμικές/κοινωνικές/οικονομικές ~ήσεις. ~ επιδόματος/(εργασιακών) δικαιωμάτων. ~ και κατοχύρωση των δημοκρατικών ελευθεριών. Παραμένουν ανυποχώρητοι στις ~ήσεις τους. 2. προσπάθεια για επικράτηση, νίκη σε ανταγωνιστικές συνθήκες: ~ του βραβείου/του τίτλου/υποτροφίας. Σκληρή μάχη για τη ~ του Δήμου. Παραιτήθηκε από τη ~ της προεδρίας του κόμματος. [< μεσν. διεκδίκησις 'επιβολή τιμωρίας', γαλλ. revendication]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.