Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • διεκπεραιώνω δι-εκ-πε-ραι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {διεκπεραίω-σα, διεκπεραιώ-θηκε, -μένος, διεκπεραιών-οντας} (επίσ.) 1. διευθετώ, ολοκληρώνω: ~ μια αίτηση/εντολή/συμφωνία/υπόθεση. Αγορές και τραπεζικές συναλλαγές ~ονται ηλεκτρονικά (πβ. εκτελώ). Η δοσοληψία/η εργασία ~θηκε γρήγορα/έγκαιρα/επιτυχώς. Πβ. φέρνω/φέρω κάτι σε/εις πέρας. 2. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. κάνω διεκπεραίωση: Το γραφείο πρωτοκόλλου ~ει την αλληλογραφία (: την ταξινομεί και την αποστέλλει). ~μένα: έγγραφα. [< μτγν. διεκπεραιῶ, γαλλ. expédier]