Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • δικαιολογία δι-και-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. (αρνητ. συνυποδ.) δευτερεύων ή επινοημένος λόγος που παρουσιάζεται ως αιτία ορισμένης πράξης ή συμπεριφοράς, πρόσχημα: αόριστη/απαράδεκτη/απίστευτη/αστεία/εύκολη/καλή/πρόχειρη/πρωτότυπη/φτηνή/χαζή/ψεύτικη ~. Τα παράτησε με τη ~ ότι βαρέθηκε. (ειρων.) Ωραία ~! Βρίσκει συνεχώς ~ες. Ψάχνεις για ~ες; Άσε τις ~ες! Μην ακούς τι λέει! ~ες! Πβ. πάτημα, πρόφαση. Βλ. -λογία. 2. εξήγηση που προβάλλεται, προκειμένου να δικαιολογηθεί κάτι: (α)βάσιμη/αστήρικτη/επαρκής/νόμιμη/πειστική/πραγματική/σοβαρή ~. Δεν έχεις/δεν υπάρχει καμία ~ για αυτό που έκανες (: ελαφρυντικό). Βλ. αιτιολογία. [< αρχ. δικαιολογία ‘υπεράσπιση του δικαίου’, γαλλ. justification]

αιτιολογία

αιτιολογία[αἰτιολογία] αι-τι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εξήγηση των αιτίων, αιτιολόγηση ή η ίδια η αιτία: αντιφατική/ελλιπής/επαρκής/εσφαλμένη/πειστική ~. Η ~ (= το αιτιολογικό) μιας δικαστικής απόφασης/διοικητικής πράξης. Βλ. δικαιολογία.|| (ΙΑΤΡ., το σύνολο των αιτίων μιας ασθένειας) Γενετική/νευρολογική/ψυχολογική ~. ~ και πρόληψη. Νεανική οστεοπόρωση άγνωστης (ή αγνώστου) ~ας. Καρκίνος ιογενούς ~ας. Βλ. -λογία. ● ΦΡ.: με την αιτιολογία/με το αιτιολογικό (+ ότι/του): προβάλλοντας ως αιτία, λόγω: Η αίτησή του απορρίφθηκε ~ ~ ότι ... Κλήθηκε σε απολογία ~ ~ της απρεπούς συμπεριφοράς. Βλ. με το σκεπτικό. [< αρχ. αἰτιολογία, γαλλ. étiologie, αγγλ. (a)etiology]

-λογία

-λογίαεπίθημα θηλυκών ουσιαστικών που αναφέρεται σε 1. επιστημονικό κλάδο ή τομέα: βιο~/γλωσσο~/επιστημο~/θεο~/κοινωνιο~/ορυκτο~/παθο~/πετρο~/φιλο~/ψυχο~. Βλ. -ικός. 2. λόγο, λόγια: ακριβο~/αντι~/απο~/δικαιο~/ηθικο~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Αερο~/εκλογο~/καταστροφο~/κενο~/πολυ~. Αισχρο~ (βλ. -λόγος)/δαιμονο~/κινδυνο~.|| (ομιλία) Δευτερο~. 3. σύνολο συγκεντρωμένων στοιχείων, αρχών, κανόνων: (περιληπτ.) θεματο~ (πβ. -γραφία). Νομο~.|| (συλλογή) Aνθο~ (βλ. -λόγιο).|| Δεοντο~/μεθοδο~. 4. προσδιορισμό, καθορισμό ή στο αποτέλεσμά τους: βαθμο~ (πβ. βαθμολόγηση)/δοσο~/χρονο~. Βλ. -λογώ.