Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • δικαιόχρηση δι-και-ό-χρη-ση ουσ. (θηλ.) & δικαιοχρησία: ΝΟΜ.-ΕΜΠΟΡ. δικαίωμα πώλησης των προϊόντων ή των υπηρεσιών εταιρείας σε ορισμένη περιοχή με χρήση του σήματος, της επωνυμίας και της τεχνογνωσίας της. Βλ. δικαιοδόχος. ΣΥΝ. δικαιοπαροχή, φραντσάιζ

δικαιοδόχος

δικαιοδόχοςδι-και-ο-δό-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) ΝΟΜ.-ΕΜΠΟΡ.: πρόσωπο ή εταιρεία που έχει αποδεχθεί ή κληρονομήσει δικαιώματα άλλου και ειδικότ. την άδεια να διαθέτει στην αγορά προϊόντα ή υπηρεσίες ή να φέρει αποκλειστικά συγκεκριμένη εμπορική επωνυμία σε ορισμένη περιοχή. Βλ. δικαιόχρηση, -δόχος. ΑΝΤ. δικαιοπάροχος [< γερμ. Rechtsnachfolger]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.