Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • δικτυωτός , ή, ό δι-κτυ-ω-τός επίθ. & διχτυωτός: που σχηματίζει 1. δίχτυ: ~ό: καλσόν/πλέγμα/σύρμα περίφραξης. 2. δίκτυο: ~ό: διάγραμμα/μοντέλο δεδομένων.|| (ΙΑΤΡ.) ~ός: σχηματισμός (: ομάδες νευρικών κυττάρων και ινών σε μορφή δικτύου κατά μήκος του εγκεφαλικού στελέχους). ● Ουσ.: δικτυωτό (το): ΤΕΧΝΟΛ. δικτύωμα. [< 1: μτγν. δικτυωτός 2: γαλλ. réticulé, réticulaire]