Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • διοριστέος, διοριστέα δι-ο-ρι-στέ-ος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. πρόσωπο που έχει επιλεγεί βάσει κριτηρίων και αναμένει να προσληφθεί στο Δημόσιο ή σε θέση του ευρύτερου δημόσιου τομέα: ~οι (κατηγορίας) ΔΕ/ΠΕ/ΤΕ/ΥΕ. Οι ~οι του διαγωνισμού του ΑΣΕΠ. Κατάσταση ~ων. Οι οριστικοί/προσωρινοί πίνακες ~ων. Απορριπτέοι/επιλαχόντες και ~οι. Είναι επιτυχών, αλλά μη ~. Πβ. προσληπτέος.|| (ως επίθ.) Οι ~οι εκπαιδευτικοί. [πβ. αρχ. διοριστέον ‘που πρέπει κάποιος να διακρίνει’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.