διυποκειμενικός , ή, ό δι-υ-πο-κει-με-νι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που είναι κοινός μεταξύ διαφορετικών υποκειμένων ή τα αφορά: ~ή: αλήθεια/γνώση/εμπειρία. Υποκειμενική και ~ή αντίληψη της πραγματικότητας. Βλ. αντικειμενικός.|| ~ή: επικοινωνία/συμφωνία. ~ές: σχέσεις (= διαπροσωπικές). ● επίρρ.: διυποκειμενικά [< γαλλ. intersubjectif, 1931]
αντικειμενικός
αντικειμενικός, ή, ό [ἀντικειμενικός] α-ντι-κει-με-νι-κός επίθ. 1. που βασίζεται στην ή συμφωνεί με την πραγματικότητα και κατ' επέκτ. αμερόληπτος: ~ός: σκοπός/στόχος (= βασικός, κύριος). Αδύνατον για ~ούς λόγους να ... Βάσει ~ών στοιχείων. Πβ. πραγματικός.|| ~ή: αντιμετώπιση/αξιολόγηση/κρίση/κριτική. Κρατώ/τηρώ ~ή στάση. (για πρόσ.) ~ός: δικαστής/παρατηρητής. Πβ. ανεπηρέαστος, απροκατάληπτος. ΑΝΤ. μεροληπτικός, προκατειλημμένος.|| (ΦΙΛΟΣ.) ~ή: αλήθεια (= αδιάσειστη, αναμφισβήτητη, απόλυτη). ΑΝΤ. υποκειμενικός (1) 2. που σχετίζεται με συγκεκριμένο αντικείμενο: ~ός: φακός (: που εστιάζει στο αντικείμενο).|| (ΓΡΑΜΜ.) Γενική/δοτική ~ή (: για δήλωση του αντικειμένου της ενέργειας). ● επίρρ.: αντικειμενικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: στη σημ.1. ● ΣΥΜΠΛ.: αντικειμενικά κριτήρια1. που βασίζονται σε πραγματικά δεδομένα: Πλήρωση θέσεων με ~ ~.2. ΟΙΚΟΝ. με βάση τα οποία προσδιορίζεται το εισόδημα προσώπων, ανεξάρτητα από τη φορολογική τους δήλωση: ~ ~ για ελεύθερους επαγγελματίες/μικρομεσαίους/επιτηδευματίες.|| ~ ~ ελαχίστου εισοδήματος., αντικειμενική αξία & αντικειμενική τιμή: ΟΙΚΟΝ. καθορισμός της αξίας ενός ακινήτου (από το Υπουργείο Οικονομικών) με βάση αυστηρώς προσδιορισμένα κριτήρια (περιοχή, παλαιότητα): ~ ~ αυτοκινήτου/γης/τετραγωνικού μέτρου. [< γαλλ. objectif]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.