Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • δορά δο-ρά ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): δέρμα ζώου που έχει γδαρθεί: η ~ του θηράματος. Πβ. πετσί, προβιά, τομάρι. [< αρχ. δορά]