Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • δουλοπρέπεια δου-λο-πρέ-πει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συμπεριφορά που ταιριάζει σε δούλο: ραγιαδισμός και ~. ~ και δειλία/υποτέλεια. Δείχνει ~. Φέρεται με ~. Υπηρέτησαν με ~ τον κατακτητή. Πβ. δουλικότητα. ΑΝΤ. ελευθεροπρέπεια [< αρχ. δουλοπρέπεια]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.