Αναζήτηση
Χρηστικό λεξικό

- δυνατός , ή, ό δυ-να-τός επίθ. 1. που έχει δύναμη, αντοχή και κατ' επέκτ. δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί, να αντικρουστεί: ~ός: αντίπαλος/όμιλος/παίκτης. ~ή: καρδιά/μνήμη (= γερή). ~ό: σουτ. ~ά: δόντια. Σωματικά ~. Γερός/νέος και ~ (= εύρωστος, ρωμαλέος, στιβαρός. ΑΝΤ. ασθενικός). Νιώθω ~ και σε πολύ καλή φυσική κατάσταση.|| Λακ για ~ό κράτημα (ενν. των μαλλιών, πβ. ανθεκτικός).|| (για μηχανήματα) ~ός: κινητήρας. ~ό: αυτοκίνητο (: με μεγάλη απόδοση)/εργαλείο (= πολύ καλό).|| (μτφ.) ~ός: χαρακτήρας. ~ή: θέληση/πίστη (= ακλόνητη)/προσωπικότητα. ~ό: όπλο/χαρτί (: στην τράπουλα). ~ά: επιχειρήματα (ΑΝΤ. σαθρά). Το ~ό μου σημείο (ΑΝΤ. αχίλλειος πτέρνα).|| (ως ουσ.) Οι ~οί της Γης. ΣΥΝ. ισχυρός (1) ΑΝΤ. αδύναμος (1), αδύνατος (3), ανίσχυρος 2. που έχει πολλές δυνατότητες, ικανότητες ή τις απαιτεί: ~ός: μαθητής/υπολογιστής. ~ό: μυαλό. ~ στα μαθήματα (πβ. ικανός). Σταυρόλεξο για ~ούς λύτες.|| ~ό: τεστ (= απαιτητικό, δύσκολο). 3. που έχει μεγάλη ένταση: ~ός: άνεμος (πβ. σφοδρός)/ήλιος (= καυτός)/ήχος/θόρυβος/κρότος/σεισμός. ~ή: βροχή. ~ό: φως/ψύχος (= δριμύ). ~ά: συνθήματα.|| ~ός: πονοκέφαλος (= οξύς). ~ό: γέλιο.|| (μτφ.) ~ός: έρωτας (= σφοδρός). ~ή: συγκίνηση. ~ό: αίσθημα. Οι ~ές στιγμές (της καριέρας του). ΣΥΝ. έντονος (1), ισχυρός (2) ΑΝΤ. ανεπαίσθητος, ήπιος (2) 4. που προκαλεί έντονη αίσθηση, επίδραση: ~ός: στίχος. ~ό: ξεκίνημα/πρόγραμμα (για κέντρο διασκέδασης). ~ές: εικόνες (της χρονιάς που πέρασε). Δίσκος γεμάτος συνεργασίες με ~ά ονόματα.|| (με συστατικά σε μεγάλη αναλογία) ~ός: καφές (πβ. βαρύς). ~ή: γεύση/μυρωδιά. ~ό: άρωμα/κρασί/ποτό/τσάι/φάρμακο. 5. που μπορεί να γίνει, εφικτός, ενδεχόμενος, πραγματοποιήσιμος: Ο υψηλότερος ~ βαθμός απόδοσης. Ο μεγαλύτερος/μέγιστος/μικρότερος ~ αριθμός αντιτύπων. Ο χώρος βιντεοσκοπείται, προκειμένου να είναι ~ ο έλεγχός του. Δεν καθίσταται ~ή η χορήγηση άδειας. Παροχή κάθε ~ής βοήθειας. Χρόνος ~ής αποχώρησης. Το καλύτερο ~ό αποτέλεσμα. Κάναμε ό,τι ήταν ανθρωπίνως ~ό. Επίλυση του προβλήματος με όλους τους ~ούς τρόπους. Δεν είναι ~ή (= επιτρεπτή) η πρόσβαση. Βλ. πιθανός.|| (ως ουσ.) Όσο το ~ό(ν) γρηγορότερα/καλύτερα. Το αργότερο/συντομότερο/ταχύτερο ~ό.|| (απρόσ.) Πώς είναι ~όν να ...;|| (επιφωνηματικά, για να δηλωθεί απορία, έκπληξη, δυσαρέσκεια) Δεν είναι ~όν! (: είναι αδύνατο, ανέφικτο, απίστευτο). Μα είναι ~όν; Αν είναι ~όν! ● επίρρ.: δυνατά: με δύναμη: Τον έσπρωξαν ~ κι έπεσε κάτω. (προφ.) Πάμε γερά, πάμε ~, παιδιά! ● ΣΥΜΠΛ.: δυνατός/ισχυρός τύπος (προσωπικής αντωνυμίας): ΓΡΑΜΜ. η πλήρης μορφή της, όπου διατηρείται ο τόνος: Ο ~ ~ του "με" είναι "εμένα", του "σε" "εσένα" και του "τον" "αυτόν". ΑΝΤ. αδύνατος τύπος, γερά/ατσάλινα νεύρα βλ. νεύρα ● ΦΡ.: αν είναι δυνατό & (αρχαιοπρ.) ει δυνατόν: αν γίνεται: Τα χρήματα θα πρέπει να καταβληθούν, ~ ~, σήμερα κιόλας., βάζω τα δυνατά μου (προφ.): κάνω κάτι όσο καλύτερα μπορώ, καταβάλλω μεγάλες προσπάθειες: Βάλε ~ ~ σου (= προσπάθησε όσο μπορείς) στα μαθήματα. Έβαλα όλα μου τα δυνατά για να κερδίσω. ~ ~ να πετύχω το στόχο μου., είναι δυνατό(ν) να ...: ενδέχεται, μπορεί, ίσως., κατά το δυνατό(ν)/όσο είναι δυνατό(ν)/στο μέτρο του δυνατού/(μέσα) στα όρια/πλαίσια του δυνατού: όσο μπορεί κανείς, όσο είναι εφικτό: Ενημερώνομαι/προσπαθώ/συμβάλλω σε κάτι ~ ~. Λαμβάνονται ~ ~ ειδικά μέτρα προστασίας. Αποφεύγω ~ ~ τις αντιπαραθέσεις., κάνω τα αδύνατα δυνατά/ό,τι περνά(ει) από το χέρι μου βλ. αδύνατος, ό,τι δεν σε σκοτώνει, σε κάνει πιο δυνατό βλ. σκοτώνω, πιο γρήγορα, πιο ψηλά, πιο δυνατά βλ. γρήγορα [< αρχ. δυνατός]
αδύνατος
αδύνατος, η, ο [ἀδύνατος] α-δύ-να-τος επίθ. 1. λεπτός: ~ο: παιδί/πρόσωπο/σώμα. ~α: πόδια/χέρια. ~ σαν οδοντογλυφίδα/στέκα (πβ. ισχνός, καχεκτικός, κοκαλιάρης, λιπόσαρκος). Πβ. λιγνός. ΑΝΤ. γεμάτος (4), ευτραφής, παχύς (1), παχύσαρκος, χοντρός (1) 2. που δεν μπορεί να γίνει, ακατόρθωτος, ανέφικτος: Ο εντοπισμός του κλέφτη μέσα στο πλήθος ήταν παντελώς ~.|| (απρόσ.) Είναι εκ των πραγμάτων/εντελώς /θεωρητικά/πρακτικά/νομικά/τεχνικά ~ο(ν). Θεωρείται/καθίσταται/κρίνεται ~ο(ν) να ... (εμφατ.) Είναι φύσει ~ο να προλάβω (: δεν γίνεται/δεν είναι καθόλου εφικτό). (Μου) είναι ~ο(ν) να λείψω από τη δουλειά. Στάθηκε ~ο να τον καθησυχάσω.|| (ως επιφών.) Να τον συγχωρέσω για όσα έκανε; ~ον! (= σε καμία περίπτωση). Συνέβη τέτοιο πράγμα; ~ον! (: απίστευτο, δεν μπορώ να το πιστέψω). ΑΝΤ. δυνατός (5), εφικτός 3. που δεν έχει δύναμη, ισχύ, ένταση, αντοχή: ~ος: οργανισμός (ΣΥΝ. αδύναμος, ασθενικός. ΑΝΤ. ανθεκτικός)/σφυγμός/χαρακτήρας (πβ. ευάλωτος). ~η: μνήμη/όραση (ΑΝΤ. οξεία)/φωνή/ψυχή. ~ο: επιχείρημα (ΑΝΤ. ακλόνητο, πειστικό, τεκμηριωμένο)/σήμα (ΣΥΝ. ασθενές)/σχοινί (ΑΝΤ. γερό)/φως (ΣΥΝ. αμυδρό, αχνό, εξασθενημένο).|| (ως ουσ.) Οι δυνατοί/οι ισχυροί και οι ~οι (: οι ασθενέστερες οικονομικά ή κοινωνικά ομάδες ανθρώπων, ΣΥΝ. ανίσχυροι). Παίρνει πάντα το μέρος των ~άτων. ΑΝΤ. δυνατός (1) 4. που έχει ελλείψεις ή δυσκολίες, ανεπαρκής: ~ος: μαθητής (ΣΥΝ. αδύναμος)/φοιτητής. ~ στη γλώσσα/φυσική. Πβ. κακός. Βλ. άριστος, καλός. ΑΝΤ. δυνατός (2) ● Ουσ.: αδύνατο (το): ακατόρθωτο: Επιδιώκω/επιχειρώ/ζητώ/κατορθώνω/κυνηγώ το ~. Μου ζητάς κάτι ~! Πβ. ανέφικτο. ● Υποκ.: αδυνατούλης , α, ικο, αδυνατούτσικος , η, ο ● ΣΥΜΠΛ.: αδύνατο σημείο & αδύναμο/ευαίσθητο/τρωτό/ασθενές: αυτό στο οποίο κάποιος μειονεκτεί ή είναι ευάλωτος: Τον χτύπησε στο ~ ~ του. Πρέπει να βρεις το ~ ~ του αντιπάλου. Πβ. αχίλλειος πτέρνα. [< γαλλ. point faible] , αδύνατος τύπος (προσωπικής αντωνυμίας): ΓΡΑΜΜ. μονοσύλλαβος τύπος. λ.χ. μου αντί εμένα, μας αντί εμάς., αδύνατος/αδύναμος κρίκος βλ. κρίκος, το ασθενές/ωραίο/δεύτερο/αδύναμο/αδύνατο φύλο βλ. φύλο ● ΦΡ.: είναι των αδυνάτων/ανθρωπίνως αδύνατο(ν) (να ..) (εμφατ.): είναι τελείως ακατόρθωτο: ~ ~ να αφήσω τη θέση μου αυτή τη στιγμή!, κάνω τα αδύνατα δυνατά/ό,τι περνά(ει) από το χέρι μου: κάνω ό,τι μπορώ: Υποσχέθηκε πως θα ~ει τα αδύνατα δυνατά να ... Έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του, για να τους βοηθήσει. Πβ. όσο περνάει από το χέρι μου. ΣΥΝ. κάνω το παν/τα πάντα [< αρχ. ἀδύνατος, γαλλ. impossible]
γρήγορα
γρήγοραγρή-γο-ρα επίρρ. {γρηγορότ-ερα} 1. με μεγάλη ταχύτητα: Οδηγούσε/περπατούσε (πολύ) ~. Τρέχει πιο ~ απ΄ όλους. Μη μιλάς τόσο ~! ΣΥΝ. γοργά, ταχέως (1) ΑΝΤ. αργά (1), βραδέως, σιγά-σιγά 2. αμέσως, βιαστικά, χωρίς καθυστέρηση: Πήγε κι ήρθε ~, χωρίς να χάσει χρόνο. Ντύθηκε ~ (~), για να προλάβει. Έλα/τρέξε ~ (πβ. τώρα), να δεις τι γίνεται! Κάνε ~ (= βιάσου), μην αργείς! Να μου απαντήσεις όσο πιο ~ μπορείς (: το γρηγορότερο δυνατό). Πβ. εν ριπή οφθαλμού. ΑΝΤ. με το πάσο (του) ... 3. σε σύντομο χρονικό διάστημα: Η υπόθεση ξεχάστηκε ~. Εύχομαι να γίνεις ~ καλά. ΣΥΝ. σύντομα (1) ● ΦΡ.: πιο γρήγορα, πιο ψηλά, πιο δυνατά (λατ. citius, altius, fortius): ΑΘΛ. επίσημο σύνθημα των Ολυμπιακών Αγώνων, που προτρέπει τους αθλητές να ξεπεράσουν τον εαυτό τους στο πλαίσιο της ευγενούς άμιλλας., στα γρήγορα: βιαστικά: Ετοίμασε τα πράγματά του ~ ~ κι έφυγε. Πβ. στο άψε σβήσε., αργά ή γρήγορα βλ. αργά ● βλ. γρήγορος [< μτγν. γρήγορα]
νεύρα
νεύρα[νεῦρα] νεύ-ρα ουσ. (ουδ.) (τα): οι ψυχολογικές αντιδράσεις ενός ατόμου, ιδ. αυτές που φανερώνουν εκνευρισμό, θυμό: Σου πέρασαν τα ~; Μη μου μιλάς, γιατί έχω τα ~ μου (= είμαι θυμωμένος)! Έχει αδύνατα/ευαίσθητα/εύθραυστα/κλονισμένα ~. Ρόφημα που ηρεμεί/χαλαρώνει τα ~. Έλεγξε τα ~ σου! Είναι μες/μέσα στα ~/όλο ~/συνέχεια με τα ~ τεντωμένα (= τσιτωμένα). Ο θόρυβος με πειράζει στα ~. Με πιάνουν τα ~ μου (= εκνευρίζομαι). Πάνω στα ~ (= στην οργή) του, είπε πράγματα που δεν έπρεπε. Πβ. ζοχάδα, μπουρίνια, τσατίλα. ● Υποκ.: νευράκια (τα) ● ΣΥΜΠΛ.: γερά/ατσάλινα νεύρα & δυνατά/σιδερένια νεύρα & νεύρα από ατσάλι: (μτφ.) μεγάλη ψυχραιμία, αυτοέλεγχος: Πρέπει να έχεις ~ ~, για να το αντέξεις., πόλεμος νεύρων: άσκηση ψυχολογικής πίεσης, εκφοβισμός ή πρόκληση σύγχυσης σε κάποιον, με σκοπό την κάμψη του ηθικού, των αντοχών ή των αντιστάσεών του: ψυχοφθόρος ~ ~ μεταξύ διοίκησης και απεργών. Του κάνουν ~ο ~ για να τον εξαναγκάσουν να παραιτηθεί. ΣΥΝ. ψυχολογικός πόλεμος (2) [< αγγλ. war of nerves, 1939] , σπάσιμο νεύρων (προφ.): πρόκληση εκνευρισμού: Είναι (μεγάλο) ~ ~ (= πολύ εκνευριστικό) να περιμένεις. Μου κάνει ~ ~ (= μου έχει σπάσει τα ~, προσπαθεί να με εξοργίσει). ● ΦΡ.: παίζει με τα νεύρα μου & δοκιμάζει τα νεύρα μου (προφ.): με εκνευρίζει, συνήθ. για να διασκεδάσει, προσπαθεί να με κάνει να χάσω την υπομονή μου: Μην παίζεις ~ ~! Παίζουν ~ ~ των πολιτών., σπάνε τα νεύρα μου (προφ.): εκνευρίζομαι, δεν αντέχω άλλο: Έχουν σπάσει ~ να τον ψάχνω και να μην τον βρίσκω/με αυτή την ιστορία!, τα νεύρα μου!: ως έκφρ. αγανάκτησης, δυσανασχέτησης, θυμού., βγάζει καπνούς από τη μύτη/τ' αυτιά βλ. καπνός, είναι/έχουν γίνει τα νεύρα μου τσατάλια/κουρέλια/κρόσσια βλ. τσατάλι, μου τη δίνει/μου τη σπάει βλ. δίνω [< γαλλ. nerfs]
πιθανός
πιθανός, ή, ό πι-θα-νός επίθ.: που είναι δυνατό να συμβεί, να πραγματοποιηθεί: ~ός: κίνδυνος/στόχος (επίθεσης). ~ή: αύξηση της τιμής (του πετρελαίου)/εξέλιξη/ερμηνεία. ~ό: κρούσμα/πρόβλημα. Διερευνά όλες τις ~ές εκδοχές/λύσεις/περιπτώσεις/συνέπειες.|| Αυτά που εξιστόρησε φαίνονται ~ά (= αληθοφανή). ΣΥΝ. ενδεχόμενος ΑΝΤ. απίθανος (1) ● ΦΡ.: είναι πιθανό: για κάτι που μπορεί να γίνει: ~ ~ (= ενδέχεται) να/ότι ... Το πιθανότερο είναι πως ... [< αρχ. πιθανός ‘πειστικός, ευλογοφανής’]
σκοτώνω
σκοτώνωσκο-τώ-νω ρ. (μτβ.) {σκότω-σα, σκοτώ-σει, -θηκε, -μένος, σκοτών-οντας} 1. αφαιρώ τη ζωή ανθρώπου ή ζώου: Ο δράστης πυροβόλησε και ~σε εν ψυχρώ το θύμα. Οδηγός παρέσυρε και ~σε πεζό (: από αμέλεια). Τους περικύκλωσαν και τους ~σαν. (ως απειλή) Mην κουνηθείς, θα σε ~σω.|| ~ονται άμαχοι. ~θηκε σε δυστύχημα/έκρηξη/ενέδρα/επιδρομή/επίθεση/καβγά/καταδίωξη/ληστεία/μάχη/συμπλοκή/τροχαίο. ~θηκε με το αυτοκίνητο/τη μοτοσικλέτα του. ~θηκε από βόμβα/ηλεκτροπληξία/νάρκη/πυρά/σφαίρες. ~θηκε πέφτοντας στο κενό (= αυτοκτόνησε). Φάλαινες ~μένες από λαθροθήρες. Πβ. δολοφονώ, θανατώνω, φονεύω. 2. (μτφ.-προφ.-εμφατ.) πληγώνω σωματικά ή ψυχικά κάποιον, εξαντλώ: Πρόσεξε, θα με ~σεις (= χτυπήσεις)! Έπεσε και ~θηκε (= τσακίστηκε).|| Αυτή η δουλειά με ~ει (= εξουθενώνει). Η αναμονή με ~ει. Η φυγή του με ~σε (: με έκανε κομμάτια). Βλ. απογοητεύω, πικραίνω, στενοχωρώ.|| (κατ' επέκτ. στην αθλητική αργκό, εξουδετερώνω αντίπαλο:) Μας ~σαν τα τρίποντα. 3. (μτφ.-προφ.) καταστρέφω· ξεπουλώ: Το ντόπινγκ ~ει τον αθλητισμό.|| (χιουμορ., κυρ. για μουσικό, τραγουδιστή, αναγνώστη) Το ~σε το κομμάτι/το ποίημα. Πβ. εκτελώ, κατακρεουργώ, κατα~.|| Το ~σαν το οικόπεδο (: το πούλησαν κοψοχρονιά). Οι έμποροι ~ουν τις τιμές (: τις μειώνουν πολύ). ● σκοτώνει: γίνεται αιτία για την απώλεια της ζωής ανθρώπου ή άλλου ζωντανού οργανισμού: Η πείνα ~ εκατομμύρια παιδιά. Το νέφος/η ρύπανση ~ χιλιάδες πολίτες κάθε χρόνο. Τον ~σε το κρύο/ρεύμα. (ελλειπτ.) Τα εγκεφαλικά/εμφράγματα ~ουν. Πβ. ξεκάνω, ξεπαστρεύω. ● Παθ.: σκοτώνομαι (μτφ.-προφ.-εμφατ.) 1. δείχνω υπερβάλλοντα ζήλο ή μεγάλη προθυμία για κάτι, ασχολούμαι εντατικά με αυτό: ~ στη δουλειά μέχρι το βράδυ. Βγαίνει συχνά, δεν ~εται και στο διάβασμα. ~ονται ποιος θα φτάσει πρώτος (πβ. σπρώχν-, συναγωνίζ-ομαι). ~θηκε να μας περιποιηθεί/να προλάβει (πβ. σπεύδω, τσακίζομαι). Γύρισε ~μένος από την/στην κούραση (= πεθαμένος, ψόφιος). (ειρων.) Καλά, μη ~θείς κιόλας· δεν χρειάζεται να βιάζεσαι … 2. έρχομαι σε έντονη αντιπαράθεση με κάποιον, τσακώνομαι: ~θηκα με τη φίλη μου· μαλλιά κουβάρια γίναμε. Είναι ~μένοι μεταξύ τους και δεν μιλιούνται. ● ΣΥΜΠΛ.: σκοτωμένο κόκκινο/χρώμα (προφ.) : που δεν είναι έντονο, ζωηρό., μαύρο/σκοτωμένο αίμα βλ. αίμα ● ΦΡ.: λες και/σαν να του σκότωσα τη μάνα/τον πατέρα: (μου συμπεριφέρεται) σαν να του έχω κάνει το μεγαλύτερο κακό: Με κοιτάζει/μου μιλάει ~ ~., ό,τι δεν σε σκοτώνει, σε κάνει πιο δυνατό & (σπάν.) ό,τι δεν σε σκοτώνει, σε δυναμώνει (μτφ.): οι δυσκολίες ενισχύουν, ισχυροποιούν όποιον τις αντιμετωπίζει. [< γερμ. Was mich nicht umbringt, macht mich stärker, αγγλ. what doesn't kill you makes you stronger] , σκοτώνω στο ξύλο (κάποιον) (προφ.) 1. (μτφ.-επιτατ.) τον δέρνω ανελέητα. Πβ. σπάω/σαπίζω/τσακίζω/μαυρίζω/σακατεύω/ρημάζω/λιανίζω κάποιον στο ξύλο, κάνω κάποιον μαύρο/τόπι/τουλούμι/μπαούλο (στο ξύλο). 2. (κυριολ.) τον ξυλοκοπώ μέχρι θανάτου., σκοτώνω την ώρα/τον καιρό μου (μτφ.): ασχολούμαι με κάτι που δεν είναι ιδιαίτερα σημαντικό, για να περάσει ο χρόνος: ~ ~, μέχρι να πάει πέντε. Σκότωνε ~ του στο καφενείο της γειτονιάς. Πβ. χαζολογάω, χασομερώ. ΣΥΝ. τρώω την ώρα (1), βαράω/κυνηγάω/σκοτώνω μύγες βλ. μύγα, δεν πειράζει/δεν βλάπτει/δεν μπορεί να σκοτώσει ούτε μυρμήγκι βλ. μυρμήγκι, η περιέργεια σκότωσε τη γάτα βλ. περιέργεια, σκοτώνουν τα άλογα, όταν γεράσουν βλ. άλογο [< μεσν. σκοτώνω < αρχ. σκοτόω, σκοτῶ ‘τυφλώνω, ζαλίζω’, αγγλ. kill, γαλλ. tuer]