Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • δυνητικός , ή, ό δυ-νη-τι-κός επίθ. 1. (επιστ.) που μπορεί να συμβεί ή να υπάρξει υπό προϋποθέσεις: ~ός: δικαιούχος/δότης (= κατάλληλος). ~οί: πελάτες. || ~ή: επίδραση/εφαρμογή/πραγματικότητα. ~ό: όφελος. ~ κίνδυνος για τη δηµόσια υγεία. Πβ. εν δυνάμει, ενδεχόμενος, πιθανός. 2. ΠΛΗΡΟΦ. εικονικός: ~ές: κοινότητες. Πβ. (δια)δικτυ-, ψηφι-ακός. ΑΝΤ. πραγματ-, φυσ-ικός. 3. ΓΡΑΜΜ. που εκφράζει κάτι που είναι ή ήταν δυνατό να συμβεί: ~ή: ευκτική (στην Αρχαία Ελληνική)/οριστική. ~ό: μόριο (π.χ. θα). ● επίρρ.: δυνητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< 1: γαλλ. potentiel, virtuel 2: αγγλ. virtual, 1959, 3: μτγν. δυνητικός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.