Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • δυσμηνόρροια δυ-σμη-νόρ-ροι-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. επώδυνη εμμηνόρροια: πρωτοπαθής/δευτεροπαθής ~. Συμπτώματα/τρόποι αντιμετώπισης της ~ας. Βλ. α-, αραιο-μηνόρροια, μηνορραγία, -ρροια. [< γαλλ. dysménorrhée, αγγλ. dysmenorrhea]

α- & αν-

α- & αν-& ά- & άν- & ανή-: πρόθημα λέξεων που δηλώνει έλλειψη, στέρηση (στερητικό άλφα): ά-οπλος/~υπνος. Α-όρατος/~κατανόητος. Αν-εκτίμητος/~εξάρτητος/~υπόφορος. Ανή-μπορος. Βλ. ανε- & ανέ-.