Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • δυστοπικός , ή, ό δυ-στο-πι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. -ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. που αναφέρεται στη δυστοπία: ~ή: φαντασία. ~ό: μέλλον/μυθιστόρημα/σκηνικό. Βλ. ουτοπικός. [< 1: αγγλ. dystopian, γαλλ. dystopique, 1972]

ουτοπικός

ουτοπικός, ή, ό [οὐτοπικός] ου-το-πι-κός επίθ.: που θεωρείται ιδανικός, αλλά είναι ανέφικτος, απραγματοποίητος: ~ός: στόχος. ~ή: κατάσταση/κοινωνία/προσπάθεια. ~ό: μέλλον/σενάριο. ~ές: απόψεις/θεωρίες/ιδέες/προσδοκίες. ~ά: όνειρα/σχέδια. Φαντάζει ~ό να ... Όσο ~ό και αν ακούγεται/φαίνεται. Πβ. ανεδαφ-, εξωπραγματ-, χιμαιρ-ικός, ανεφάρμοστος, άπιαστος. Βλ. δυστοπικός.|| (για πρόσ.) ~ός: οραματιστής.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ό του εγχειρήματος. ● επίρρ.: ουτοπικά ● ΣΥΜΠΛ.: ουτοπικός σοσιαλισμός: ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. μορφή σοσιαλισμού που βασίζεται στην υπόθεση ότι, αν τα μέσα παραγωγής περιέλθουν στα χέρια του κράτους ή των εργατών, τότε η ανεργία και η φτώχεια θα εξαλειφθούν. [< αγγλ. utopian socialism, περ. 1923] [< γαλλ. utopique, αγγλ. utopic, 1952]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.