Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • δυϊκός , ή, ό δυ-ϊ-κός επίθ. (επιστ.): δυαδικός: (ΜΑΘ.-ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή: θεωρία/µέθοδος.|| Η ~ή υπόσταση του ανθρώπου (: ψυχή και σώμα). Πβ. δισυπόστατος. ● ΣΥΜΠΛ.: δυϊκός (αριθμός): ΓΡΑΜΜ. αριθμός κλιτής λέξης της Αρχαίας Ελληνικής που δηλώνει δύο όμοια πρόσωπα ή πράγματα. Βλ. δυοίν θάτερον, ενικός, πληθυντικός. [< μτγν. δυϊκός]