Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • δύναμη δύ-να-μη ουσ. (θηλ.) 1. η ικανότητα -σωματική, ψυχική- που έχει κάποιος ή κάτι να ενεργεί με συγκεκριμένο τρόπο για την επίτευξη ενός σκοπού: ανθρώπινη/μυϊκή (= ρώμη)/φυσική ~. Ακατανίκητη (βλ. παντοδυναμία)/αστείρευτη/δημιουργική/εκφραστική/ερμηνευτική/πνευματική/ψυχολογική ~. ~ χαρακτήρα. Αντλώ δυνάμεις από ... Βρίσκω τη ~ να ... Ζωώδης/κτηνώδης ~. Εντυπωσιακή ~ και αντοχή. Ρίχνω/σπρώχνω/τραβώ/χτυπώ (κάτι) με ~ (= δυνατά). (ως ευχή:) Καλή ~ (σε όλους)! Έχασε τις δυνάμεις του και κινδύνεψε να πνιγεί. Αισθάνθηκε να τον εγκαταλείπουν οι δυνάμεις του. Ο ασθενής ανέκτησε τις δυνάμεις του/(λόγ.) ανέλαβε δυνάμεις. Δρομέας που δοκιμάζει τις δυνάμεις (πβ. δυνατότητες) του στον μαραθώνιο/που κράτησε δυνάμεις για τα τελευταία μέτρα.|| (κυριολ. κ. μτφ.) Είναι πάνω/πέρα από τις δυνάμεις μου. Ξεπερνάει/υπερβαίνει τις δυνάμεις μου. Αγωνίζομαι/προσπαθώ όσο μου επιτρέπουν οι δυνάμεις μου. Πβ. ευρωστία, σθεναρ-, στιβαρ-ότητα, σφρίγος. Βλ. ταχυ~. ΑΝΤ. αδυναμία. 2. η ικανότητα που έχει κάτι άψυχο να επιφέρει ορισμένο αποτέλεσμα ή να επιτελεί καθορισμένη λειτουργία: αναγεννητική/αναζωογονητική/βλαπτική/ευεργετική ~. Η ζωοποιός/ζωτική ~ του νερού. Θερμαντική ~ καυσίμου. Η ~ του κινητήρα (= ιππο~). Υγρό με διαβρωτική ~. Κρέμα με αντιγηραντική ~ (= δράση). Η θεραπευτική ~ του φαρμάκου (πβ. αποτελεσματικ-, δραστικ-ότητα). Αποδεικτική ~ των στοιχείων της ταυτότητας.|| (ειδικότ. για φυσικό στοιχείο) Η ~ του ανέμου (πβ. ορμή, σφοδρότητα)/του φωτός (= ένταση). Οι δυνάμεις της φύσης (: τα φυσικά φαινόμενα). 3. δυνατότητα ελέγχου, επιβολής· κατ' επέκτ. σύνολο ανθρώπων ή παραγόντων που ασκεί επίδραση: εμπορική/ναυτική/οικονομική ~. Η ~ των Μέσων Ενημέρωσης/της μόδας. Η ~ του λόγου. Η ~ της αλήθειας/πίστης/συνήθειας. Η ~ του χρήματος. Η γνώση είναι ~.|| (μτφ.) Έχει ~ (= επιρροή, κύρος). Πβ. ισχύς.|| Ανερχόμενη/κυρίαρχη ~ στον χώρο της Πληροφορικής. Παράταξη που αναδείχθηκε πρώτη ~ σε ψήφους. Χώρα που έχει εξελιχθεί σε μεγάλη τεχνολογική ~. Οι δυνάμεις της αλλαγής/ανάπτυξης/ανατροπής/προόδου/ρήξης/συντήρησης. Δημιουργικές/δημοκρατικές/επαναστατικές/πολιτικές/ριζοσπαστικές/φιλελεύθερες δυνάμεις. Βλ. υπερ~. 4. το σύνολο των ανθρώπων ή των τεχνικών μέσων που διατίθενται για την επιτέλεση ενός έργου: εργατική/θαλάσσια/κατοχική/πυροσβεστική/στρατιωτική/χερσαία ~. Δυνάμεις καταστολής/κρούσης. Η οργανική ~ της Αστυνομίας/του νοσοκομείου (: προκαθορισμένος αριθμός εργαζομένων σε υπηρεσία, οργανισμό). Η ειρηνευτική ~ του ΟΗΕ (βλ. αποστολή). Λύκειο με ~ ... μαθητών. Ο λόχος έχει ~ ... άτομα. 5. ΦΥΣ. αίτιο ικανό να προκαλέσει τη μεταβολή της κινητικής κατάστασης ή της μορφής ενός σώματος: απορροφητική/ελκτική/ηλεκτρική/(ηλεκτρο)μαγνητική/ωστική ~. Η διαθλαστική ~ του φακού. Η ~ της βαρύτητας. Ασκούμενη ~ σε επιφάνεια. 6. ΜΑΘ. το γινόμενο που προκύπτει όταν ένας αριθμός πολλαπλασιάζεται με τον εαυτό του μία ή περισσότερες φορές· το αντίστοιχο σύμβολο, ο εκθέτης: τρίτη ~ (= ο κύβος) αριθμού. Yψώνω το δέκα στη δευτέρα ~ (= στο τετράγωνο).|| (κατ' επέκτ.) Τα προβλήματα οξύνονται στη νιοστή ~. 7. υπερφυσική οντότητα που θεωρείται ότι υπάρχει και επηρεάζει τα ανθρώπινα: ανώτερη ~. Θεϊκές/ουράνιες/σκοτεινές δυνάμεις. Οι δυνάμεις του κακού/καλού. Δυνάμεις (οι): ΕΚΚΛΗΣ. αγγελικό τάγμα. Βλ. άγγελος. ● ΣΥΜΠΛ.: αεροπορική δύναμη: το σύνολο των στρατιωτικών αεροσκαφών και αεροπόρων ενός κράτους. [< αγγλ. air power, 1908] , δημόσια δύναμη: τα Σώματα Ασφαλείας και οι Ένοπλες Δυνάμεις., Ειδικές Δυνάμεις: ΣΤΡΑΤ. ειδικά εκπαιδευμένες στρατιωτικές μονάδες που αναλαμβάνουν επιχειρήσεις υψηλού κινδύνου., ήρεμη δύναμη (μτφ.): για κάποιον του οποίου οι αρετές ή ικανότητες δεν εκδηλώνονται με ηχηρό, επιδεικτικό τρόπο., αγοραστική δύναμη/ικανότητα βλ. αγοραστικός, αντίρροπες δυνάμεις βλ. αντίρροπος, αστυνομικές δυνάμεις βλ. αστυνομικός, διαμοριακές δυνάμεις βλ. διαμοριακός, δυνάμεις Ασφαλείας βλ. ασφάλεια, Δυνάμεις Καταδρομών βλ. καταδρομή, δύναμη αποτροπής βλ. αποτροπή, δύναμη επαναφοράς βλ. επαναφορά, δύναμη πυρός βλ. πυρ, δύναμη της αδράνειας βλ. αδράνεια, εγγυήτρια δύναμη βλ. εγγυητής, εγγυήτρια, Ένοπλες Δυνάμεις βλ. ένοπλος, ζωτική/ζωική ενέργεια/δύναμη βλ. ζωτικός, ηγέτιδα δύναμη βλ. ηγέτης, ηλεκτρεγερτική δύναμη βλ. ηλεκτρεγερτικός, ισορροπία (των) δυνάμεων βλ. ισορροπία, καταβολή δυνάμεων βλ. καταβολή, κεντρομόλος δύναμη βλ. κεντρομόλος, κινητήρια δύναμη βλ. κινητήριος, Μεγάλες Δυνάμεις βλ. μεγάλος, μικροσκόπιο ατομικής δύναμης βλ. μικροσκόπιο, πυρηνική δύναμη βλ. πυρηνικός, φυγόκεντρος δύναμη βλ. φυγόκεντρος ● ΦΡ.: εν δυνάμει (λόγ.): που υπάρχει δυνητικά: Οι ~ ~ δικαιούχοι/πελάτες (= δυνητικοί)/σύμμαχοι/υποψήφιοι. Βλ. εν ενεργεία. ΣΥΝ. δυνάμει (2), Κύριε των δυνάμεων!: για δήλωση κυρ. έκπληξης: ήμαρτον, ~ ~! , με όλες μου/του τις δυνάμεις: με κάθε διαθέσιμο μέσο., πάση δυνάμει (λόγ.): με κάθε δύναμη, με όλες τις δυνάμεις μου: Πρέπει ~ ~ (= οπωσδήποτε) να τα καταφέρουμε. ΣΥΝ. πάση θυσία, το κατά δύναμη (λόγ.) & (λογιότ.) το κατά δύναμιν: ό,τι/όσο είναι δυνατό(ν): Κάνουμε ~ ~ (: ό,τι περνά από το χέρι μας). Προσπαθούμε/συνεισφέρουμε ~ ~., επίδειξη δύναμης βλ. επίδειξη, με κανέναν τρόπο βλ. κανείς & κανένας, καμία & καμιά, κανένα, παίρνω δύναμη/δυνάμεις βλ. παίρνω, στα μέτρα/στο μέτρο των δυνάμεων/των δυνατοτήτων (κάποιου) βλ. μέτρο [< αρχ. δύναμις, γαλλ. force(s), puissance, αγγλ. power]

άγγελος

άγγελος[ἄγγελος] άγ-γε-λος ουσ. (αρσ.) {αγγέλ-ου | -ων, -ους} 1. ΕΚΚΛΗΣ. (συχνά με κεφαλ. Α) αόρατο, ασώματο και αθάνατο πνεύμα, φορέας της βούλησης του Θεού και κατ' επέκτ. η συμβολική του απεικόνιση: ~ Kυρίου/πρωτοστάτης. ~ εξ ουρανού. ~ με φτερά (= φτερωτός)/ντυμένος στα λευκά. Εμφανίστηκε μπροστά του με τη μορφή ~ου. Βλ. Αρχ~, Αρχές, Δυνάμεις, Εξουσίες, Θρόνοι, Κυριότητες, Σεραφείμ, Χερουβείμ. Βλ. διάβολος. 2. (μτφ.) άτομο με χαρακτηριστικά αγγέλου, κυρ. ομορφιά, αγνότητα ή καλοσύνη: ξανθός ~ (: πανέμορφη ξανθιά κοπέλα). Τι κούκλος είναι αυτός; Σωστός ~! Βλ. αγγελική ομορφιά. 3. (επίσ.) αγγελιοφόρος: ~ ειρήνης. Βλ. προ~. 4. ΝΟΜ. πρόσωπο το οποίο μεταφέρει απλώς τη δήλωση βούλησης ατόμου που επιθυμεί να προχωρήσει σε δικαιοπραξία. 5. ΦΙΛΟΛ. πρόσωπο της αρχαίας τραγωδίας που ανακοίνωνε στους θεατές όσα συνέβαιναν εκτός σκηνής. Βλ. εξ~. ● ΣΥΜΠΛ.: άγγελος θανάτου: ο Χάρος και γενικότ. καθετί που προκαλεί τον θάνατο πολλών ανθρώπων: Τον βρήκε ο ~ του ~ (= πέθανε)., άγγελος σωτηρίας: από μηχανής θεός: Την τελευταία στιγμή εμφανίστηκε σαν ~ ~., άγγελος του ελέους: πρόσωπο που προσφέρει απροσδόκητη και καλοδεχούμενη βοήθεια: Υπήρξε πραγματικός ~ ~ για εκατοντάδες ασθενείς., έκπτωτος/εκπεσών άγγελος 1. ΘΕΟΛ. δαίμονας που αποστάτησε και εκδιώχθηκε από τον Παράδεισο. Πβ. διάβολος, Εωσφόρος, Σατανάς. 2. (μτφ.) για άτομο εκδιωγμένο, ξεπεσμένο: Ο ήρωας της ταινίας είναι ένας ~ ~ εξορισμένος από παντού., ο καλός μου/σου/του άγγελος: φύλακας και προστάτης: Κάποιος ~ μου ~ με φύλαξε. [< γερμ. mein guter Engel] , φύλακας άγγελος: αγαθό πνεύμα που προστατεύει τους ανθρώπους και γενικότ. κάθε άτομο ή οτιδήποτε ενεργεί ανάλογα: Ο Άγιος Νικόλαος είναι ~ ~ των ναυτικών.|| Ο τερματοφύλακας αποδείχτηκε ~ ~ της ομάδας. Βλ. άγγελος σωτηρίας., επιχειρηματικοί άγγελοι βλ. επιχειρηματικός, μαλλιά αγγέλου βλ. μαλλί ● ΦΡ.: άγγελέ μου! (οικ.): προσφώνηση τρυφερότητας, θαυμασμού, στοργής., άγγελος ή προάγγελος κακών/καλών ειδήσεων: πρόσωπο που ανακοινώνει ένα δυσάρεστο/ευχάριστο συμβάν: Δεν θέλω να γίνω ~ κακών ειδήσεων (σπάν. μαντάτων/μηνυμάτων/νέων), αλλά ..., δε(ν) δίνει (ούτε) τ' αγγέλου/τ' Αγίου του νερό (προφ.): για πολύ τσιγκούνη άνθρωπο: Είναι ένας σπάγγος, ούτε ~ ~ δεν δίνει!, είδε τον άγγελό του (σπάν.-λαϊκό): για ετοιμοθάνατο., ζωγραφίζει/φτιάχνει αγγέλους: δημιουργεί, πλάθει αριστουργήματα: Είναι μεγάλος μάστορας, ~ ~!, η γειτονιά/στην αγκαλιά των αγγέλων βλ. γειτονιά [< 1,2: μτγν. ἄγγελος 3,4,5: αρχ. ἄγγελος, γαλλ. ange, αγγλ. angel, γερμ. Εngel]

αγοραστικός

αγοραστικός, ή, ό [ἀγοραστικός] α-γο-ρα-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αγορά: ~ή: ευκαιρία/συμπεριφορά. ~ό: ενδιαφέρον/κίνητρο/κλίμα/κοινό/μερίδιο. ~ πυρετός παραμονές Χριστουγέννων. Αυξημένη/μειωμένη/πεσμένη/υποτονική ~ή κίνηση.|| (ΟΙΚΟΝ.) Δίνεται ασθενές/ισχυρό ~ό σήμα (: ένδειξη για αγορά μετοχών). ● ΣΥΜΠΛ.: αγοραστική αξία: ΟΙΚΟΝ. ανταλλακτική αξία: η ~ ~ του νομίσματος μιας χώρας/του χρήματος. Η ~ ~ του ακινήτου/της μετοχής/του µισθού/των προϊόντων. ΣΥΝ. αγοραία αξία/τιμή [< αγγλ. purchasing value] , αγοραστική δύναμη/ικανότητα: ΟΙΚΟΝ. τα αγαθά και οι υπηρεσίες που μπορούν να αγοραστούν με συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, εισόδημα: Η ~ ~ του μέσου πολίτη. [< αγγλ. purchasing power/capacity] [< αρχ. ἀγοραστικός ‘εμπορικός’, αγγλ. purchasing]

αδράνεια

αδράνεια[ἀδράνεια] α-δρά-νει-α ουσ. (θηλ.) 1. απουσία δραστηριοποίησης, απραξία, ακινησία: γραφειοκρατική/επενδυτική/επιχειρηματική/κυβερνητική/πλήρης/πνευματική/ψυχική ~ (= αποτελμάτωση, τέλμα). ~ του δημόσιου τομέα (= στασιμότητα). Οπισθοδρόμηση και ~ στην υλοποίηση αναπτυξιακών έργων. Καταδικάζω/πέφτω σε ~. Τρόποι για να βγείτε από την ~. Πβ. νωθρότητα. Βλ. αποχαύνωση, παθητικότητα.|| (ΨΥΧΟΛ.) ~ της βούλησης/μνήμης/σκέψης. ΑΝΤ. ενεργητικότητα, ενεργοποίηση (2) 2. ΦΥΣ. μηχανική ιδιότητα ενός σώματος να αντιστέκεται σε μεταβολές στην κινητική του κατάσταση λόγω του όγκου και της μάζας του: θερμική ~. Ακτίνα/άξονας/ροπή ~ας. ● ΣΥΜΠΛ.: αδράνεια της μήτρας: ΙΑΤΡ. νωθρότητα των συσπάσεών της κατά τον τοκετό και κατ' επέκτ. η απουσία ωδινών: πρωτοπαθής ~ ~. Βλ. δυστοκία., αρχή της αδράνειας: ΦΥΣ. αρχή της Μηχανικής σύμφωνα με την οποία ένα σώμα στο οποίο δεν επιδρούν δυνάμεις διατηρεί την κατάσταση κίνησης στην οποία βρίσκεται., δύναμη της αδράνειας: ΦΥΣ. αδράνεια. || (μτφ.) Η ~ ~ συντελεί ώστε να διαιωνίζονται τα κακώς κείμενα. [< μτγν. ἀδράνεια, γαλλ. inertie]

αντίρροπος

αντίρροπος, η, ο [ἀντίρροπος] α-ντίρ-ρο-πος επίθ. 1. (μτφ.) που έχει αντίθετη κατεύθυνση, στάση από κάτι άλλο: ~η: ανάπτυξη/δράση. ~ες: θέσεις/τάσεις. ~α: ρεύματα/συμφέροντα. Συναίσθημα και λογική: δύο ~οι πόλοι. 2. ΦΥΣ. που έχει αντίθετη φορά ή ροπή σε σχέση με κάτι άλλο: ~η: κίνηση. ~α: διανύσματα. ΑΝΤ. ομόρροπος (1) ● επίρρ.: αντίρροπα ● ΣΥΜΠΛ.: αντίρροπες δυνάμεις: ΦΥΣ. που έχουν την ίδια διεύθυνση, αλλά αντίθετη φορά: ζεύγος/ισορροπία ~ων ~άμεων.|| (μτφ.) ~ ~ στην αγορά. [< γαλλ. forces en équilibre] [< αρχ. ἀντίρροπος ‘αυτός που εξισορροπεί, ισοδύναμος’]

αποτροπή

αποτροπή[ἀποτροπή] α-πο-τρο-πή ουσ. (θηλ.): αποθάρρυνση ή παρεμπόδιση εξέλιξης ή πράξης: ~ διακρίσεων/καταστροφής (π.χ. του φυσικού περιβάλλοντος)/καταχρήσεων/κινδύνου/πολέμου/πρόκλησης τροχαίων ατυχημάτων. ~ των κλιματικών αλλαγών/της φοροδιαφυγής. Ισχυρή αστυνομική δύναμη για την ~ επεισοδίων. Πβ. αναχαίτιση, αποσόβηση, αποφυγή.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ εκτέλεσης δεδομένων. ΑΝΤ. ενθάρρυνση, παρότρυνση, προτροπή ● ΣΥΜΠΛ.: δύναμη αποτροπής: ΣΤΡΑΤ. στρατιωτική μονάδα που έχει ως αποστολή να εμποδίζει την επίθεση εχθρικών στρατευμάτων. [< γαλλ. force de dissuasion, 1962] [< αρχ. ἀποτροπή]

αστυνομικός

αστυνομικός, ή, ό [ἀστυνομικός] α-στυ-νο-μι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στην Αστυνομία ή τους αστυνομικούς: ~ός: ανακριτής/Διευθυντής (Α'/Β')/διοικητής/έλεγχος (διαβατηρίων)/επιθεωρητής/κλοιός/σκύλος (: ειδικά εκπαιδευμένος για τις ανάγκες της Αστυνομίας)/σταθμός/συντάκτης. ~ή: Διεύθυνση/επέμβαση/έρευνα/έφοδος/καταδίωξη/περίπολος/συνοδεία/σχολή/υπηρεσία. ~ό: δελτίο/μέγαρο/όχημα (= περιπολικό)/ρεπορτάζ/ρόπαλο (βλ. κλομπ)/σώμα/φυλάκιο. ~οί: υπάλληλοι. ~ές: Αρχές/επιχειρήσεις. ~ά: μέτρα/μπλόκα. Ζήτησε ~ή προστασία. Σύμφωνα με ~ές πηγές ...|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ό: καθεστώς/κράτος (βλ. αστυνομοκρατία). 2. που έχει σχέση με τη διαλεύκανση, εξιχνίαση μιας υπόθεσης: ~ή: ιστορία/κωμωδία/λογοτεχνία/περιπέτεια/σειρά/ταινία. ~ό: θρίλερ/μυθιστόρημα.|| (ως ουσ.) Μου αρέσουν τα ~ά (ενν. βιβλία ή φιλμ).|| ~ό: δαιμόνιο. ● Ουσ.: αστυνομικός (ο/η) {κ. θηλ. (λαϊκό) αστυνομικίνα}: πρόσωπο που υπηρετεί στην Αστυνομία: απότακτος/δημοτικός/ιδιωτικός/μυστικός ~. ~ της Άμεσης Δράσης/της Αντιτρομοκρατικής/της Ασφάλειας/των ΜΑΤ/της δίωξης ναρκωτικών/της ομάδας "Ζ"/της Τροχαίας. ~ με μοτοσικλέτα (= δικυκλιστής ~)/με πολιτικά. ~οί με κράνη/με στολές. Καταζητείται από (τους) ~ούς (= την αστυνομία).|| (λόγ.) ~ εν αποστρατεία (= απόστρατος)/εν ενεργεία/εν ώρα υπηρεσίας. Πβ. αστυ-νόμος, -φύλακας, μπασκίνας, μπάτσος, όργανο της τάξεως. ● ΣΥΜΠΛ.: αστυνομικά όργανα {σπάν. στον εν.}: αστυνόμοι., αστυνομικές δυνάμεις: ομάδα αστυνομικών που καλείται σε έκτακτες περιστάσεις να αναλάβει δράση: ισχυρές ~ ~. ~ ~ καταστολής. Βλ. ΜΑΤ, Άμεση Δράση., αστυνομική ταυτότητα & (προφ.) ταυτότητα: δελτίο εκδιδόμενο από τις αστυνομικές Αρχές με αποδεικτική ισχύ ως προς τα προσωπικά στοιχεία του πολίτη-κατόχου, τα οποία αναγράφονται σε αυτό: απώλεια/αριθμός (βλ. ΑΔΤ)/επίδειξη (της) ~ής ~ας. Φωτογραφία τύπου ~ής ~ας. Βλ. δελτίο ταυτότητας. [< γαλλ. carte d'identité] , αστυνομικό τμήμα βλ. τμήμα, πολυδύναμο αστυνομικό τμήμα βλ. πολυδύναμος [< αρχ. ἀστυνομικός, γαλλ. policier]

ασφάλεια

ασφάλεια[ἀσφάλεια] α-σφά-λει-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -είας | -ών} 1. προστασία από κίνδυνο, τραυματισμό, βλάβη, ζημιά, καθώς και τα συναφή προστατευτικά μέτρα: δημόσια/διεθνής/εθνική/εναέρια/εργασιακή/κρατική/νομική/οικονομική/περιβαλλοντική/υγειονομική ~. Πυρηνική/στρατιωτική/συλλογική ~. ~ αεροσκάφους/πλοίου/φορτίου. ~ τροφίμων. Τεχνικοί ~είας. Για μεγαλύτερη ~. Για λόγους ~είας. Η ~ της πόλης/του σπιτιού/των συνόρων. Η στατική ~ της κατασκευής. ~ των καταναλωτών/των πολιτών. Η υγιεινή και ~ των εργαζομένων. Υποδείξεις για ~ από ηλεκτρισμό/σεισμό. Πρόληψη και ~. Βρίσκω/παρέχω ~. Δεν ετέθη σε κίνδυνο η ~ των επιβατών. Απειλείται/διακυβεύεται/εδραιώνεται η ~. Βλ. βιο~, πυρ~. 2. κατάσταση ή αίσθηση απουσίας κινδύνου: συναισθηματική ~. Αίσθημα ~ας. ~ και σιγουριά. Νιώθω ~ στο σπίτι μου. ΑΝΤ. ανασφάλεια 3. (ειδικότ.) διασφάλιση, κατοχύρωση, διαφύλαξη του απορρήτου: (ΝΟΜ.) εμπράγματη ~. Περιουσιακά στοιχεία που χρησιμοποιούνται ως ~ (= εγγύηση) για την αγορά.|| Απόλυτη/αυξημένη/υψηλή ~. ~ επικοινωνίας. ~ πληροφοριών/στοιχείων. Ηλεκτρονικές συναλλαγές με ~ των δεδομένων. 4. βεβαιότητα, σιγουριά: Πρόβλημα που δεν μπορεί να υπολογιστεί με ~. Συμπέρασμα που προκύπτει με ~. Με ~ προβλέπεται ότι … 5. (με κεφαλ. το αρχικό Α) υπηρεσία της Ελληνικής Αστυνομίας, αρμόδια για τη διαφύλαξη της δημόσιας τάξης· συνεκδ. το κτίριο όπου εδρεύει: Γενική/(παλαιότ.) Ειδική ~. Η ~ ερευνά την υπόθεση και εξετάζει όλα τα ενδεχόμενα.|| Ο δράστης/κατηγορούμενος κρατείται/προσήχθη στην ~. Μάρτυρες που κλήθηκαν στην ~, για να εξεταστούν. 6. φρουρά: ιδιωτική ~. Η προσωπική ~ του Υπουργού. Ειδοποιώ την ~ του κτιρίου. Βλ. σεκιούριτι. 7. ασφαλιστική εταιρεία, σύμβαση, ασφαλιστικό ταμείο, γενικότ. ασφάλιση: Η ~ καλύπτει τη ζημιά.|| Ιδιωτική/μικτή/ομαδική/προαιρετική/ταξιδιωτική/υποχρεωτική ~. ~ κλοπής/περίθαλψης/περιουσίας/σύνταξης/υγείας. ~ αυτοκινήτου/μοτοσικλέτας/σκάφους. Εμπειρογνώμονες/μεσίτες ~ών. Κάνω ~ (: υπογράφω συμβόλαιο).|| (για ασφάλιστρα) Πληρώνω την ~. Ακριβή/φτηνή ~.|| (προφ.) Θα εισπράξει την ~ (= την αποζημίωση).|| Έχω ~ (δημοσίου). Βλ. αντ~, τραπεζοασφάλειες. 8. ΗΛΕΚΤΡ. συσκευή που χρησιμοποιείται για την προστασία ενός ηλεκτρικού κυκλώματος από ρεύμα με ένταση μεγαλύτερη από το κανονικό: Έπεσε/κάηκε η ~ (του γενικού διακόπτη). Συσκευές με ενσωματωμένη αυτόματη ~ κατά της υπερθέρμανσης. Βλ. ρελέ. 9. μηχανισμός για προστασία, αποτροπή βλάβης, ανεπιθύμητης ή επικίνδυνης λειτουργίας: Η ~ του όπλου (: που εμποδίζει την τυχαία εκπυρσοκρότησή του).|| (σε αυτοκίνητο) Κλείνω την πόρτα και βάζω ~.ασφαλείας (λόγ.): για να χαρακτηριστεί κάτι που παρέχει προστασία: διακόπτης/συναγερμός/φωτιστικά ~. Ρολά ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Αντίγραφα ~ (= μπακ-απ). Κενό ασφαλείας. Κωδικός ~ (= πάσγουορντ ή πιν). ● ΣΥΜΠΛ.: ασφάλεια ζωής: σύμβαση με ασφαλιστική εταιρεία η οποία αναλαμβάνει τα έξοδα ιατρικής περίθαλψης ή την καταβολή αποζημίωσης, σε περίπτωση θανάτου ή ατυχήματος του ασφαλισμένου. [< γαλλ. assurance (sur la) vie] , ασφάλεια πυρός: ασφάλιση που καλύπτει ενδεχόμενη πυρκαγιά: ~ ~ και άλλων κινδύνων (π.χ. κλοπής/σεισμού). ~ ~ αυτοκινήτου/επιχείρησης/σπιτιού. Παρέχεται ~ ~. (βλ. πυρασφάλεια), δυνάμεις Ασφαλείας: αστυνομικές δυνάμεις επιφορτισμένες με τη διασφάλιση της τάξης. Βλ. ΜΑΤ. [< αγγλ. security forces, 1948] , ενεργειακή ασφάλεια: προστασία από τον κίνδυνο εξάντλησης των αποθεμάτων ενέργειας. [< αγγλ. energy security, 1960], ενεργητική ασφάλεια: που παρέχεται στον οδηγό από τα διάφορα συστήματα του αυτοκινήτου για την αποφυγή ατυχήματος (π.χ. σύστημα πέδησης, ABS, TCS)., κοινωνική ασφάλεια (συνήθ. με κεφαλ. τα αρχικά Κ,Α): παροχή οικονομικής βοήθειας και υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας από ένα κράτος στους πολίτες: ~ ~ και κοινωνική αρωγή. Δίκαιο (της) ~ής ~ας. Πβ. κοινωνική ασφάλιση., μέτρα ασφαλείας: σύνολο μέτρων για την πρόληψη επαπειλούμενης διατάραξης της δημόσιας τάξης (όπως: κλοπής, κατασκοπείας, τρομοκρατικών ενεργειών): αυστηρά/δρακόντεια/έκτακτα/ισχυρά ~ ~. Ειδικά ~ ~ έλαβε η αστυνομία κατά τη διεξαγωγή του αγώνα. [< αγγλ. security measures, 1952] , οδική ασφάλεια: το σύνολο των μέτρων που αποσκοπούν στην προστασία όσων κινούνται στο οδικό δίκτυο: ~ ~ και κυκλοφοριακή αγωγή. [< αγγλ. road safety, γαλλ. sécurité routière] , παθητική ασφάλεια: που παρέχει η καμπίνα και γενικότ. το αμάξωμα στους επιβάτες σε περίπτωση σύγκρουσης. [< αγγλ. passive security] , πληροφορίες ασφαλείας: (κυρ. σε προϊόντα ή υπηρεσίες) οδηγίες για την διασφάλιση της σωστής χρήσης τους και την προστασία του καταναλωτή ή του χρήστη., Συμβούλιο Ασφαλείας: ΠΟΛΙΤ. μόνιμο Συμβούλιο των Ηνωμένων Εθνών, υπεύθυνο για τη διατήρηση της παγκόσμιας ειρήνης και ασφάλειας, με πέντε μόνιμα κράτη-μέλη και δέκα επιλεγμένα εκ περιτροπής μεταξύ άλλων κρατών-μελών: Αποφάσεις/ψηφίσματα του ~ίου ~είας. [< αγγλ. Security Council, 1946] , συστήματα ασφαλείας {σπανιότ. στον εν.}: τεχνολογικά προϊόντα διαφόρων ειδών που έχουν ως σκοπό την αποτροπή κινδύνου: ηλεκτρονικά/προηγμένα/σύγχρονα ~ ~. ~ ~ και πυρανίχνευσης/συναγερμού. Πβ. σύστημα προστασίας. [< αγγλ. security systems] , Σώματα Ασφαλείας: το Αστυνομικό, το Λιμενικό και το Πυροσβεστικό Σώμα και το προσωπικό που υπηρετεί στα Σώματα αυτά: Οι Ένοπλες Δυνάμεις και τα ~ ~ (= δημόσια δύναμη)., τιμή ασφαλείας: (κυρ. για αγροτικά προϊόντα) τιμή κάτω από την οποία δεν μπορεί να πωληθεί κάτι: κατώτατη ~ ~., υψίστης ασφαλείας (λόγ.): για να χαρακτηριστεί κάτι που παρέχει τη μέγιστη ασφάλεια: μέτρα/φυλακές ~ ~., φυσική ασφάλεια: το σύνολο των μέτρων που λαμβάνονται για την προστασία του προσωπικού και των δεδομένων μιας επιχείρησης, ενός οργανισμού από φυσικές καταστροφές. [< αγγλ. physical security] , αντίγραφο ασφαλείας βλ. αντίγραφο, απόσταση ασφαλείας βλ. απόσταση, ασφαλιστική δικλείδα/δικλείδα ασφαλείας βλ. δικλείδα, ζώνη ασφαλείας βλ. ζώνη, κάμερα ασφαλείας βλ. κάμερα, κλειδαριά ασφαλείας βλ. κλειδαριά, πιστοποιητικό ασφαλείας βλ. πιστοποιητικό, πόρτα ασφαλείας βλ. πόρτα, προσωπικό ασφαλείας βλ. προσωπικό, Τάγματα Ασφαλείας βλ. τάγμα, φως ασφαλείας βλ. φως ● ΦΡ.: με ασφάλεια: με τρόπο που να παρέχει προστασία από κίνδυνο: Οδηγώ/ταξιδεύω ~ ~., ησυχία, τάξη και ασφάλεια βλ. ησυχία [< 1: αρχ. ἀσφάλεια 2,3,4,6,7: γαλλ. sécurité, sûreté 5: αγγλ. insurance, γαλλ. assurance]

διαμοριακός

διαμοριακός, ή, ό δι-α-μο-ρι-α-κός επίθ.: ΧΗΜ. που βρίσκεται ή συντελείται μεταξύ των μορίων: ~ός: δεσμός. ~ή: αντίδραση. ~ό: σύμπλεγμα. Βλ. ενδομοριακός. ● ΣΥΜΠΛ.: διαμοριακές δυνάμεις: ελκτικές ή απωστικές δυνάμεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στα μόρια. [< γαλλ. intermoléculaire]

ΕΝ

ΕΝ(το): Εμπορικό Ναυτικό.

ένοπλος

ένοπλος, η, ο [ἔνοπλος] έ-νο-πλος επίθ. 1. που διεξάγεται με τη χρήση όπλων: ~ος: αγώνας. ~η: αντίσταση/εξέγερση/ληστεία/σύγκρουση. ~α: επεισόδια. Οργανώσεις ~ης βίας. 2. (για πρόσ.) που φέρει όπλο ή οπλισμό: ~ος: φρουρός. ~ο: σώμα (π.χ. ΕΛ.ΑΣ., ΛΣ). ~ες: ομάδες/συμμορίες.|| (ως ουσ.) Επίθεση ενόπλων. ~οι απήγαγαν/σκότωσαν ... Πβ. οπλισμένος, οπλοφόρος. ΑΝΤ. άοπλος (1) ● επίρρ.: ενόπλως (λόγ.) ● ΣΥΜΠΛ.: Ένοπλες Δυνάμεις (ακρ. ΕΔ): οι στρατιωτικές δυνάμεις μιας χώρας (Στρατός Ξηράς, Πολεμικό Ναυτικό, Πολεμική Αεροπορία): οι αξιωματικοί/ο αρχηγός/το δικαστικό σώμα/οι τάξεις των Ενόπλων Δυνάμεων. Οι ~ ~ και τα Σώματα Ασφαλείας (= δημόσια δύναμη). Βλ. ΓΕΑ, ΓΕΝ, ΓΕΣ, Γ.Ε.ΕΘ.Α. [< αγγλ. armed forces, 1942] [< αρχ. ἔνοπλος ‘οπλισμένος’]

επαναφορά

επαναφορά[ἐπαναφορά] ε-πα-να-φο-ρά ουσ. (θηλ.) 1. επιστροφή, επάνοδος: άμεση/αργή/αυτόματη/προσωρινή/σταδιακή ~. ~ ενός θεσμού/ενός μέτρου/της μνήμης/προηγούμενης διάταξης. ~ του ζητήματος της ... ~ στην πολιτική ζωή. Πβ. επανεμφάνιση.|| (ΙΑΤΡ.) Φλεβική ~ (: ποσότητα αίματος που επανέρχεται στην καρδιά).|| (ΑΘΛ.) Πλάγια ~ (ενν. της μπάλας). 2. αποκατάσταση της αρχικής κατάστασης: μερική/ολική ~. ~ της ισορροπίας του οικοσυστήματος. ~ της ειρήνης/της τάξης στην περιοχή. ~ νόμου σε ισχύ.|| (ΙΑΤΡ.) ~ των οστών/των σπονδύλων στην ορθή τους θέση. ~ (κλινικά νεκρού) στη ζωή.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχείων (π.χ. από αντίγραφο ασφαλείας, κάδο ανακύκλωσης, κατεστραμμένα αποθηκευτικά μέσα). 3. ΦΙΛΟΛ. σχήμα λόγου κατά το οποίο επαναλαμβάνεται λέξη ή φράση στην αρχή συνεχόμενων προτάσεων. 4. ΤΕΧΝΟΛ. τεχνική θερμικής επεξεργασίας των βαμμένων μετάλλων, στην οποία η θέρμανση ακολουθείται από βραδεία ψύξη. ● ΣΥΜΠΛ.: δύναμη επαναφοράς: ΦΥΣ. που επαναφέρει σύστημα ή μέρος του στην αρχική του ισορροπία: γραμμική/ελαστική ~ ~. ~ ~ του ελατηρίου.|| Σταθερά επαναφοράς. [< 1: αρχ. ἐπαναφορά, αγγλ. restoration, recovery 3: μτγν. ~ 4: γαλλ. revenu]

επίδειξη

επίδειξη[ἐπίδειξη] ε-πί-δει-ξη ουσ. (θηλ.) 1. προβολή με στόχο τον εντυπωσιασμό: προκλητική ~. ~ γνώσεων/πλούτου. Μας κάνει συνεχώς ~ (= επιδεικνύεται, κάνει μόστρα, φιγούρα). Πβ. αυτο-επίδειξη, -προβολή. 2. (επίσ.) προσκόμιση και παρουσίαση εγγράφου ή πράγματος σε πρόσωπο που έχει έννομο δικαίωμα να το δει: ~ άδειας οδήγησης/διαβατηρίου/πειστηρίων/πιστοποιητικού/πτυχίου. ~ δελτίου ταυτότητας σε αρμόδια Αρχή (π.χ. Αστυνομία). Είσοδος κατόπιν ~είξεως του εισιτηρίου/της πρόσκλησης. Επικύρωση του φωτοαντίγραφου με ~ του πρωτοτύπου. 3. παρουσίαση μπροστά σε κοινό ιδ. προϊόντος ή πρακτικής για διαφημιστικούς κυρ. λόγους: ~ γυμναστικών ασκήσεων/παραδοσιακών χορών. ~ των δυνατοτήτων (της τεχνολογίας)/λειτουργίας (συσκευής)/τεχνικής. ~ απεγκλωβισμού από διασώστες της ΕΜΑΚ. Διάσημοι σεφ έκαναν ~ της τέχνης τους.|| ~ (εσω)ρούχων/καλλυντικών (πβ. δειγματισμός). ~ μαγειρικής σε μεγάλο ξενοδοχείο. 4. (λόγ.) εκδήλωση συγκεκριμένης συμπεριφοράς: ~ αδιαφορίας/αλαζονείας/θάρρους/σοβαρότητας/ψυχραιμίας.επιδείξεις (οι): οργανωμένη εκδήλωση, όπου παρουσιάζεται ομαδικό πρόγραμμα ασκήσεων, αθλοπαιδιών, χορών: αεροπορικές/αθλητικές/γυμναστικές/ιππικές/στρατιωτικές/χορευτικές ~. ● ΣΥΜΠΛ.: επίδειξη μόδας βλ. μόδα ● ΦΡ.: επίδειξη δύναμης & δυνάμεων/ισχύος/πυγμής: συμπεριφορά που αποσκοπεί στον εντυπωσιασμό για άσκηση πίεσης ή/και εκφοβισμό του αντιπάλου: Κάνουν ~ (ναυτικής/στρατιωτικής) ~. [< αρχ. ἐπίδειξις ‘εκδήλωση, παρουσίαση’, γαλλ. démonstration]

ζωτικός

ζωτικός, ή, ό ζω-τι-κός επίθ. (λόγ.) 1. που είναι απαραίτητος για τη διασφάλιση της ζωής: ~ά: κύτταρα/όργανα/συστατικά. Αναστολή ~ών λειτουργιών (= νεκροφάνεια). || ΦΙΛΟΣ. ~ή: ορμή. 2. (μτφ.) πρωταρχικός, θεμελιώδης: ~ός: ρόλος/τομέας. ~ή: ανάγκη. ~ό: αίτημα/πρόβλημα/στοιχείο. ~ά: δικαιώματα/συμφέροντα. Ζήτημα/θέμα ~ής (= καθοριστικής) σημασίας. Η διάφανεια ως ~ή αρχή λειτουργίας του κράτους. Πβ. βασικός, ουσιώδης. ● επίρρ.: ζωτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ζωτική αρχή: ΒΙΟΛ.-ΦΙΛΟΣ. (στη θεωρία του βιταλισμού) άυλη οντότητα που διακρίνεται από την ψυχή και το σώμα και με βάση την οποία ερμηνεύεται το φαινόμενο της ζωής. [< γαλλ. principle vital] , ζωτική χωρητικότητα: ΙΑΤΡ. η ποσότητα αέρα που μπορεί να εκπνεύσει ένα άτομο ύστερα από βαθιά εισπνοή., ζωτική/ζωική ενέργεια/δύναμη (επιστ.): αυτή στην οποία οφείλεται η ύπαρξη και η διαιώνιση της ζωής. Βλ. βιοενέργεια., ζωτικός χώρος 1. ΠΟΛΙΤ. εδαφική έκταση που θεωρείται, κυρ. στην ιδεολογία του ναζισμού, απαραίτητη για την εθνική επιβίωση και την οικονομική αυτάρκεια μιας χώρας. 2. ΟΙΚΟΛ. η εδαφική έκταση που απαιτείται για την επιβίωση κάθε ζωντανού οργανισμού και τη διεκπεραίωση των ζωτικών λειτουργιών του: Η αλλαγή του οικοσυστήματος στερεί από τα ζώα τον ~ό τους ~ο. Βλ. βιότοπος. 3. ΣΤΡΑΤ. περιοχή στρατηγικής σημασίας (αεροδρόμιο, λιμάνι, αστικό ή βιομηχανικό κέντρο). [< 1: γερμ. Lebensraum] [< 1: αρχ. ζωτικός, γαλλ. vital]

ηγέτης

ηγέτης[ἡγέτης] η-γέ-της ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. ηγέτιδα} 1. πρόσωπο που έχει τεθεί επικεφαλής ομάδας ή συνόλου ανθρώπων: αδιαμφισβήτητος/εκπαιδευτικός/θρησκευτικός/ικανός/ιστορικός/κορυφαίος/κοσμικός/λαϊκός/λαοπρόβλητος/μεγάλος/πολιτικός/στρατιωτικός/συμπεριληπτικός ~. Ο ~ του έθνους/ενός κόμματος (= κομματικός ~)/ενός κράτους/μιας οργάνωσης/της χώρας. Οι Ευρωπαίοι ~ες ή οι ~ες (των κρατών-μελών) της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι ~ες της επανάστασης. Πβ. αρχηγός, ηγήτορας, κεφαλή, ταγός. 2. (μτφ.) κυρίαρχος σε έναν τομέα, που ασκεί σημαντική επίδραση και επηρεάζει με τις αποφάσεις του τις εξελίξεις: παγκόσμιος ~ στην τεχνολογία. ~ στον κόσμο των επιχειρήσεων/στον χώρο της τηλεόρασης. ~ες ενός καλλιτεχνικού κινήματος. Είναι γεννημένος/γεννημένη ~ (: έχει ηγετικά χαρίσματα). (για εταιρεία:) ~/ηγέτιδα στον κλάδο της ασύρματης επικοινωνίας. Πβ. ηγεμόνας. ● Υποκ.: ηγετίσκος (ο) (αρνητ. συνυποδ.): Πβ. ηγεμονίσκος. ● ΣΥΜΠΛ.: ηγέτιδα δύναμη: χώρα ή εταιρεία που έχει ηγετικό ρόλο: παγκόσμια ~ ~. Οι ~ες δυνάμεις της Δύσης. Φιλοδοξεί να αναδειχθεί σε ~ ~.|| Το όραμα της επιχείρησης είναι να εδραιωθεί ως/να καταστεί ~ ~ στην ευρωπαϊκή αγορά., πνευματικός ηγέτης βλ. πνευματικός, χαρισματικός ηγέτης βλ. χαρισματικός [< 1: αρχ. ἡγέτης, αγγλ.-γαλλ. leader]

ηλεκτρεγερτικός

ηλεκτρεγερτικός, ή, ό [ἠλεκτρεγερτικός] η-λε-κτρε-γερ-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που δημιουργεί ηλεκτρικό ρεύμα υπό την επίδραση μηχανικής ή χημικής δράσης. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρεγερτική δύναμη (συντομ. ΗΕΔ): διαφορά δυναμικού που αναπτύσσεται στους ακροδέκτες ηλεκτρικής πηγής, όταν αυτή δεν διαρρέεται από ηλεκτρικό ρεύμα: ~ ~ γεννήτριας/κυκλωμάτων. ~ ~ από (αυτ)επαγωγή. Βλ. τάση. [< γαλλ. force électromotrice] [< γαλλ. excitateur électrique]

ισορροπία

ισορροπία[ἰσορροπία] ι-σορ-ρο-πί-α ουσ. (θηλ.) {ισορροπι-ών} 1. κατάσταση σταθερότητας, εξουδετέρωσης αντίθετων μεταξύ τους δυνάμεων ή παραγόντων· γενικότ. ηρεμία: απόλυτη/εύθραυστη/κοινωνική/οριακή ~. Διατάραξη/επίτευξη ~ας. Εσωκομματικές ~ες. Παιχνίδι/πολιτική ~ών. Αποκατέστησε την ~. Πβ. ευρυθμία, κανονικ-, ομαλ-ότητα.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ της αγοράς. ~ ανάμεσα στην προσφορά και τη ζήτηση. Ποσότητα/τιμή ~ας.|| (ΟΙΚΟΛ.) Οικολογική/φυσική ~ ανάμεσα στους πληθυσμούς μιας βιοκοινότητας.|| (ΚΑΛ. ΤΕΧΝ.) ~ γραμμών/όγκων (πβ. αρμονία, συμμετρία).|| Η πνευματική/συναισθηματική/σωματική/ψυχική ~ του ανθρώπου (πβ. υγεία). Βρίσκεται εκτός ~ας. ΑΝΤ. ανισορροπία 2. όρθια και σταθερή στάση του σώματος: ~ ακροβάτη. ~ στο ένα πόδι. Αίσθηση ~ας. Διατηρώ/χάνω την ~ μου (βλ. πέφτω). Απώλεια/ασκήσεις/δοκός ~ας. Πβ. ευστάθεια. 3. ΦΥΣ. διατήρηση της κινητικής κατάστασης ή της ακινησίας σώματος ως προς ένα σημείο αναφοράς: ασταθής/δυναμική/σταθερή/στατική ~. ~ συστήματος. Θέση/συνθήκη ~ας. Σε κατάσταση ~ας. 4. ΧΗΜ. απουσία μεταβολών στη σύνθεση ουσίας: ιοντική/χημική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ισορροπία (του) τρόμου 1. ΠΟΛΙΤ. ειρήνη ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα κράτη υπό την απειλή των πυρηνικών όπλων: επισφαλής/παγκόσμια ~ ~. Επικράτηση/καθεστώς ~ας ~. Βλ. ψυχρός πόλεμος. 2. (μτφ.) κάθε κατάσταση που φαινομενικά ισορροπεί υπό τον φόβο επικείμενου κινδύνου: ~ ~ στο Χρηματιστήριο. [< αγγλ. balance of terror, 1955] , ισορροπία (των) δυνάμεων: ΠΟΛΙΤ. κάθε κατάσταση κατά την οποία αποτρέπεται η επικράτηση μιας δύναμης εις βάρος μιας άλλης: διεθνής/πολιτική/στρατιωτική ~ ~., λεπτή ισορροπία: που είναι αρκετά εύκολο να υποστεί μεταβολή: ~ ~ ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα/στην ελεύθερη πληροφόρηση και την προστασία πνευματικής ιδιοκτησίας., αδιάφορη ισορροπία βλ. αδιάφορος, θερμική ισορροπία βλ. θερμικός, θερμοδυναμική ισορροπία βλ. θερμοδυναμικός, οξεοβασική ισορροπία βλ. οξεοβασικός, υδρολογικό ισοζύγιο βλ. ισοζύγιο ● ΦΡ.: κρατώ/τηρώ τις ισορροπίες: αντιμετωπίζω μια κατάσταση έτσι, ώστε να μη διαταράσσονται οι σχέσεις μεταξύ των ατόμων που εμπλέκονται σε αυτή: Προσπαθεί να ~ήσει ~, για να μη διαλυθεί η ομάδα., σε ισορροπία με: σε συμφωνία με: τεχνολογική ανάπτυξη ~ ~ το περιβάλλον. ΣΥΝ. σε αρμονία με ..., σουτ εκτός ισορροπίας βλ. σουτ1 [< 1: αρχ. ἰσορροπία, γαλλ. équilibre, αγγλ. equilibrium, γαλλ.-αγγλ. balance]

κανείς & κανένας, καμία & καμιά, κανένα

κανείς & κανένας, καμία & καμιά, κανένακα-νείς & κα-νέ-νας, κα-μί-α & κα-μιά, κα-νέ-να αόρ. αντων. {κανενός, (λαϊκό) θηλ. καμιανής | κ. (προφ.) αρσ. κανάς & κάνας, ουδ. κανά & κάνα} 1. (+ αρνητ. πρόταση) ούτε ένας: -Ποιος ήταν; -~. ~ από εμάς/τους δεν γνώριζε. ~ δεν είναι τέλειος. Δεν είμαι υπέρ κανενός.|| (ως επίθ.) Κανένας λόγος ανησυχίας. Καμία (απολύτως) αλλαγή/απάντηση/δικαιολογία/ελπίδα. Κανένα αποτέλεσμα/ενδιαφέρον/ίχνος/σημάδι/σχόλιο. Κανενός είδους. Δεν παίζει κανένα ρόλο. Δεν έχω ανάγκη καμιάς υποστήριξης. Δεν μου άρεσε κανένα φαγητό (= τίποτα). ΣΥΝ. ουδείς, ουδεμία, ουδέν 2. (αόριστ.) κάποιος: Ακούει/μίλησε ~; Μήπως ξέρει ~ πού είναι; Θέλει ~ καφέ; Τσίχλα ~;|| Όπως μπορεί ~ (= καθένας). Τι να πει κανείς! Είναι ν' απορεί κανείς! Αξίζει τον κόπο να το ψάξει ~. Δεν είπε ~ (= δεν είπα) πως δεν αξίζεις, απλά θέλεις δουλειά ακόμη.|| (ως επίθ.) Θα 'ρθει κάνας άλλος; Καμιά μέρα θα δεις που ... Κάνε και καμιά δουλειά! Ρίξε καμιά ματιά! Πού και πού λέμε και καμιά καλημέρα. Κανά νέο; Τι θα έλεγες για κανένα σινεμά; 3. (προφ.) για να δηλωθεί απαξίωση: Αν με ζητήσει καμιά μάνα μου, πες της ... Μπας και νομίζεις ότι είσαι κανάς κούκλος; Δεν είναι και κανένα αριστούργημα! Δεν είμαι κανά μικρό παιδί να με κοροϊδεύεις. 4. περίπου: Θα πάρει κανά χρόνο. Να περιμένεις μετά από καμιά βδομάδα! Καμιά δεκαριά. Χάσε κανένα/κανά κιλό! Σε κανά μισάωρο, θα 'μαι πίσω. ● ΦΡ.: καμιά ... -αριά/εκατοστή/χιλιάρα (προφ.): για αριθμό, ποσό κατά προσέγγιση: ~ σαρανταριά άτομα/ευρώ/κιλά/σελίδες/χρονών (= πάνω κάτω/περίπου σαράντα). Μαζεύτηκαν ~ κατοσταριά νοματαίοι. Στο 'χω πει ~ εκατοστή φορές!, κανά δυο & κανάς δυο (προφ.) : περίπου ένα με δύο· λίγοι, μερικοί: ~ ~ φορές/χρόνια. Σε ~ ~ ώρες. Θα βγει με ~ ~ φίλους. Ήπιαμε ~ ~ τρία ποτάκια. Θα είμαστε εσύ κι εγώ, άντε και κανάς δυο άλλοι. Πβ. δυο τρεις, ένας δυο., με κανέναν τρόπο & με καμία δύναμη/κυβέρνηση (προφ.-εμφατ.): σε καμία περίπτωση, καθόλου: Δεν θέλω ~ ~ να ... Δεν πρόκειται ν' αλλάξω γνώμη/να το επιτρέψω ~ ~! ΣΥΝ. επ' ουδενί (λόγω), με τίποτα (1), με/για τίποτα στον κόσμο, με την καμία (αργκό): με τίποτα., δεν υπάρχει κανείς που να μη(ν) ... βλ. υπάρχω, δεν υπάρχει/δεν γίνεται/δεν χωράει (καμία) σύγκριση βλ. σύγκριση, καμία σχέση βλ. σχέση, καμιά φορά βλ. φορά, κανένα πρόβλημα! βλ. πρόβλημα, σε καμία περίπτωση βλ. περίπτωση, χωρίς (άλλη/καμιά) κουβέντα βλ. κουβέντα [< μεσν. κανείς]

καταβολή

καταβολήκα-τα-βο-λή ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) εξόφληση, πληρωμή χρηματικού ποσού: αχρεώστητη/ελάχιστη/μηνιαία ~. ~ αναδρομικών/αποζημίωσης/δεδουλευμένων/εισφορών/ενοικίου/επιδόματος/επιχορήγησης/μερίσματος/μετρητών/μισθού/νοσηλίων/οφειλής/προστίμου/συντάξεων/τόκων/φόρων. Βλ. αντι~, κατάθεση, προ~. ΑΝΤ. είσπραξη 2. κατανάλωση ενέργειας για συγκεκριμένο σκοπό: ~ κόπου (και χρόνου). ~ προσπαθειών για επίλυση του προβλήματος. 3. εξάντληση, εξασθένηση, καταπόνηση: ~ και άλγος σπονδυλικής στήλης. 4. (σπάν.-λόγ.) κάμψη της αντίστασης του αντιπάλου, νίκη. Πβ. εξουδετέρωση.καταβολές (οι) 1. αξίες, αρχές, συνήθειες που έχουν μεταβιβαστεί σε πρόσωπο ή σε σύνολο ατόμων από την οικογένειά του ή από γενιά σε γενιά αντίστοιχα, και αποτελούν ξεχωριστά γνωρίσματα της φυσιογνωμίας του: συμβίωση λαών με διαφορετικές πολιτισμικές ~. Έχουν κοινές ιδεολογικές/κοινωνικές/πολιτικές ~. Πβ. καταγωγή. Βλ. επιρροή. 2. απαρχές, ρίζες: οι ιστορικές ~ μιας θεωρίας/ενός κινήματος. Έθιμο με πανάρχαιες ~. ● ΣΥΜΠΛ.: καταβολή δυνάμεων & (προφ.) καταβολή: ΙΑΤΡ. εξάντληση, εξουθένωση: η ~ ~ ως σύμπτωμα της αναιμίας. Εμφανίζει ~ ~. Πβ. αδυναμία, κόπωση.|| Νιώθω μεγάλη ~. ● ΦΡ.: από καταβολής κόσμου (λόγ.): ανέκαθεν, από πολύ παλιά: Θέματα που απασχολούν τον άνθρωπο ~ ~. ΣΥΝ. από αρχαιοτάτων χρόνων, από κτίσεως κόσμου/Ρώμης (1), έναντι καταβολής (επίσ.): με (προ)πληρωμή: Έκδοση άδειας ~ ~ του καθορισμένου τέλους. Βλ. έναντι αμοιβής. [< αρχ., μτγν. καταβολή ‘θεμελίωση, γένεση, πληρωμή, παροξυσμός’]

καταδρομή

καταδρομήκα-τα-δρο-μή ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. γρήγορη και αιφνιδιαστική επίθεση κατά του εχθρού, με σκοπό την πρόκληση σύγχυσης και καταστροφών. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: Δυνάμεις Καταδρομών & (προφ.) Καταδρομές: άνδρες των Ειδικών Δυνάμεων εκπαιδευμένοι κατάλληλα για επικίνδυνες αποστολές. Βλ. ΛΟΚ, ΜΑΚ, ΟΥΚ. [< αρχ. καταδρομή ‘επιδρομή, επέλαση’]

κεντρομόλος

κεντρομόλος, ος/α, ο κε-ντρο-μό-λος επίθ.: που έχει κατεύθυνση από την περιφέρεια προς το κέντρο: (ΦΥΣ.) ~ος: επιτάχυνση.|| (ΙΑΤΡ.) ~ες: (νευρικές) ίνες. Πβ. προσαγωγός.|| (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) ~ο μοντέλο διοίκησης (= συγκεντρωτικό). ~ες: τάσεις (πβ. συσπειρωτικές). ΑΝΤ. φυγόκεντρος (1) ● ΣΥΜΠΛ.: κεντρομόλος δύναμη & κεντρομόλος (η): ΦΥΣ. που συγκρατεί ένα σώμα σε κυκλική τροχιά και κατευθύνεται προς το κέντρο της περιστροφής: Η βαρύτητα λειτουργεί ως ~ ~ για την κίνηση των δορυφόρων γύρω από τη Γη.|| (μτφ.) ~ες δυνάμεις που ενισχύουν την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση (= συνεκτικές). ΑΝΤ. φυγόκεντρος δύναμη [< γαλλ. centripète]

κινητήριος

κινητήριος, α/ος, ο κι-νη-τή-ρι-ος επίθ. 1. ΜΗΧΑΝΟΛ. που παράγει και μεταδίδει κίνηση: ~ος: μηχανισμός. ~α: ισχύς. ~ο: σύστημα. ~οι: τροχοί (αυτοκινήτου). ~ες: μηχανές (= κινητήρες). Βλ. δι~, μονο~. 2. (μτφ.) που ενεργοποιεί μια συνήθ. θετική εξέλιξη: ~α: ιδέα/σκέψη. ● ΣΥΜΠΛ.: κινητήρια δύναμη & (λόγ.) κινητήριος δύναμη 1. (μτφ.) παράγοντας που μπορεί να προκαλέσει κάτι θετικό: οι ~ες ~άμεις της ζωής. Η τεχνολογία/ο τουρισμός αποτελεί (την βασική/κύρια) ~ ~ ανάπτυξης/της οικονομίας. Πβ. ατμομηχανή, λοκομοτίβα. 2. που θέτει κάτι σε κίνηση: χρήση της ενέργειας του ανέμου ως ~ας ~ης. [< γαλλ. force motrice ] , κινητήριος άξονας βλ. άξονας, κινητήριος μοχλός βλ. μοχλός [< πβ. αρχ. κινητήριος ‘αυτός που ταράζει ή βασανίζει’, γαλλ. moteur]

μεγάλος

μεγάλος, η, ο με-γά-λος επίθ. {συγκρ. μεγαλύ-τερος, λόγ. υπερθ. μέγιστος} ΑΝΤ. μικρός 1. & (λόγ.) μέγας, μεγάλη, μέγα: που έχει μέγεθος πιο πάνω από τον μέσο όρο ή το συνηθισμένο: ~ος: καθρέφτης/ποταμός (ΣΥΝ. μακρύς). ~η: βεράντα/λίστα/μύτη/πίστα/πόλη/πυρκαγιά/συσκευασία/φωτογραφία. ~ο: διαμέρισμα/κύμα/νησί. ~α: γράμματα (πβ. κεφαλαία). Φυτά ~ης καλλιέργειας. Παγκόσμιο πρωτάθλημα ~ων (= μακρινών) αποστάσεων. Ο σεισμός είχε ~ο εστιακό βάθος.|| Τρένα ~ης ταχύτητας.|| (ως προς το πλήθος, την ποσότητα:) ~ος: αριθμός (προσώπων)/δήμος/θίασος (ΣΥΝ. πολυπληθής)/μισθός. ~η: οικογένεια/παρέα/προσέλευση (θεατών)/συμμετοχή/συναυλία. ~ο: συλλαλητήριο (: με πολύ κόσμο). Η ~η πλειοψηφία του λαού (: σχεδόν όλος ο λαός). Έχει ~η ζήτηση/έχει σημειώσει ~η πρόοδο.|| ~η: περιουσία. Έχετε ~ες (= πολλές) δυνατότητες.|| (ως προς τη διάρκεια:) ~ος: περίπατος. ~η: αναμονή/διαδρομή (ΑΝΤ. σύντομος)/καθυστέρηση. ~ο: ταξίδι. Οι ~ες μέρες του καλοκαιριού. 2. με επιτατική σημασία: ~ος: έρωτας/θυμός/πόνος. ~η: ανάγκη/αντοχή/δίψα/έκπληξη/ζέστη/πείνα/προσπάθεια/χαρά. ~ο: ενδιαφέρον. Σου αξίζει ένα ~ο μπράβο. Ήταν το ~ο φαβορί και το απέδειξε. Οφείλω ένα ~ο ευχαριστώ σε όλους σας. Ακολούθησα τις οδηγίες με ~η ακρίβεια. Η ημερίδα πραγματοποιήθηκε με ~η επιτυχία. Είχα τη ~η τύχη να συνεργαστώ μαζί του.|| (για πρόσ. που παρουσιάζει μια ιδιότητα σε υπερβολικό βαθμό:) ~ος: αλήτης/πότης/ψεύτης (= ψευταράς). Ο ~ος νικητής/χαμένος (π.χ. των εκλογών/του πρωταθλήματος). 3. (μτφ.) αξιόλογος, σημαντικός· διάσημος, επιτυχημένος, ισχυρός, πάρα πολύ καλός σε κάποιον τομέα, χώρο: ~ος: διαγωνισμός/κίνδυνος/πολιτισμός/ρόλος/στόχος. ~η: ανακάλυψη/άνοδος (της μετοχής)/απόφαση/είδηση/εμφάνιση/επίδοση/ευκαιρία/ζημιά/νίκη/προσφορά. ~ο: βήμα/γεγονός/δίλημμα/έργο/κίνητρο/κόλπο/λάθος/μυστικό/πλεονέκτημα/πλήγμα/πρόβλημα/ρεκόρ/σχέδιο. ~ες: αλήθειες/αλλαγές/αντιθέσεις/απώλειες/ελλείψεις (πβ. σοβαρός)/προσδοκίες. Έφτασε η ώρα του ~ου τελικού. Ζήσαμε ~ες στιγμές μαζί.|| (για πρόσ.) ~ος: αθλητής/επιστήμονας/ερευνητής/ηγέτης/ηθοποιός/καλλιτέχνης/όμιλος/οργανισμός/παίκτης/πολιτικός/συγγραφέας/φιλόσοφος. ~η: εταιρεία/ομάδα/προσωπικότητα. ~ο: κόμμα. ~οι: ευεργέτες. Λόγια και έργα ~ων ανδρών. Χάσαμε έναν ~ο φίλο (= πολύ καλό).|| Είναι ένα από τα ~τερα ονόματα του παγκόσμιου τένις. 4. που έχει μεγάλη ηλικία ή μεγαλύτερη σε σχέση με κάποιον άλλο: ο ~ος μου αδελφός (: που γεννήθηκε πριν από μένα ή/και από τα άλλα μου αδέλφια, εφόσον υπάρχουν).|| Παντρεύτηκε ~ος (: σε μεγαλύτερη ηλικία, σε σχέση με τον μέσο όρο).|| Είναι αρκετά ~η, ώστε να τρώει μόνη της (: είναι σε θέση να ..., δεν χρειάζεται βοήθεια για να ...). Μικροί και ~οι (= ενήλικοι).|| Είναι τρία χρόνια μεγαλύτερή μου. Βλ. μικρομέγαλος. ● Ουσ.: μεγάλε (νεαν. αργκό): ως οικεία προσφώνηση: (για να δηλωθεί επιδοκιμασία, θαυμασμός:) Πες τα ρε ~! Μπράβο ~, έγραψες πάλι!|| (συχνά ειρων.:) Σώπα ρε ~! Καλά ρε ~ ποιος νομίζεις ότι είσαι;|| (συνήθ. μεταξύ φίλων:) Πού ήσουν ρε ~ τόση ώρα; ~ έχεις δίκιο!, μεγάλος (ο) 1. άνθρωπος μεγάλης ηλικίας ή σχετικά μεγάλης ηλικίας· ενήλικος ή ηλικιωμένος: ο κόσμος των ~ων. Βιβλίο/έκθεση για μικρούς και ~ους. Παράσταση μόνο για ~ους.|| Είναι πολύ ~ πια, περπατάει με δυσκολία. 2. μεγάλοι (οι): οι ισχυροί, οι πλούσιοι ή οι καλύτεροι, οι πιο σπουδαίοι σε έναν τομέα, χώρο: οι ~οι της βιομηχανίας/της (ροκ) μουσικής. ● Υποκ.: μεγαλούτσικος , η/ια, ο: κυρ. στις σημ. 1,3. ● ΣΥΜΠΛ.: η Μεγάλη Ελλάδα: ΑΡΧ. το σύνολο των ελληνικών αποικιών στη Σικελία και τη νότια Ιταλία., Μεγάλες Δυνάμεις: ισχυρές χώρες που επηρεάζουν τις διεθνείς εξελίξεις. Βλ. υπερδύναμη., μεγάλη καρδιά (μτφ.): για άνθρωπο καλόψυχο, συμπονετικό, που δεν κρατά κακία., Μεγάλη Τετάρτη (συντομ. Μ. Τετάρτη): ΕΚΚΛΗΣ. η Τετάρτη της Μεγάλης Εβδομάδας., γερό/μεγάλο πορτοφόλι βλ. πορτοφόλι, η Μεγάλη Εβδομάδα βλ. εβδομάδα, η μεγάλη οθόνη βλ. οθόνη, θεωρία της μεγάλης έκρηξης βλ. έκρηξη, μεγάλα λόγια βλ. λόγια, Μεγάλη Άρκτος βλ. άρκτος, Μεγάλη Δευτέρα βλ. Δευτέρα, Μεγάλη Είσοδος βλ. είσοδος, μεγάλη ζωή βλ. ζωή, Μεγάλη Ιδέα βλ. ιδέα, Μεγάλη Παρασκευή βλ. Παρασκευή1, Μεγάλη Πέμπτη βλ. Πέμπτη, Μεγάλη Σαρακοστή βλ. Σαρακοστή, Μεγάλη Τρίτη βλ. Τρίτη, μεγάλο κεφάλι βλ. κεφάλι, Μεγάλο/Μέγα Σάββατο βλ. Σάββατο, μεγάλος αδελφός βλ. αδελφός, Μεγάλος Οδηγός βλ. οδηγός, ο μεγάλος ασθενής βλ. ασθενής, τα μεγάλα μέσα βλ. μέσο, το αιώνιο/μεγάλο/τελευταίο/στερνό/αγύριστο ταξίδι βλ. ταξίδι ● ΦΡ.: γερό στομάχι βλ. στομάχι, ένα μεγάλο μηδενικό βλ. μηδενικό, έχει (γερό/μεγάλο) δόντι βλ. δόντι, έχει μεγάλη γλώσσα βλ. γλώσσα, έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του βλ. ιδέα, έχει μεγάλο στόμα βλ. στόμα, η μεγάλη ώρα βλ. ώρα, κατά (ένα) μεγάλο μέρος βλ. μέρος, με/χωρίς (μεγάλες/σοβαρές) αξιώσεις βλ. αξίωση, μεγάλα καράβια, μεγάλες φουρτούνες βλ. καράβι, μεγάλη γιορτή βλ. γιορτή, μεγάλη η χάρη του/της βλ. χάρη, μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλη κουβέντα/μεγάλο λόγο μην λες/πεις βλ. μπουκιά, μεγάλης/ευρείας κλίμακας βλ. κλίμακα, μεγάλο/γερό φαγοπότι βλ. φαγοπότι, μεγάλος/μέγας/σπουδαίος και τρανός βλ. τρανός, ο Θεός είναι μεγάλος βλ. θεός, ο μεγάλος απών βλ. απών, σε μεγάλα/τρελά κέφια βλ. κέφι, τα μεγάλα πνεύματα συναντώνται/συναντιούνται! βλ. συναντώ, το μεγάλο μπαμ βλ. μπαμ, το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό βλ. ψάρι, υπάρχει άμεση/μεγάλη/(κατ)επείγουσα ανάγκη βλ. ανάγκη [< μεσν. μεγάλος]

μέτρο

μέτρομέ-τρο ουσ. (ουδ.) 1. ΜΕΤΡΟΛ. βασική μονάδα μέτρησης του μήκους (συντομ. μ., σύμβ. m)· συνεκδ. επιμήκης ταινία ή όργανο μήκους ενός μέτρου για μέτρηση αποστάσεων, διαστάσεων: το γαλλικό ~. Δύο ~α βάθος/πλάτος/ύψος. Το χωριό βρίσκεται σε υψόμετρο οκτακοσίων ~ων. Εκατό ~α ύπτιο. Βλ. δεκά-, εκατοστό-, χιλιό-, χιλιοστό-μετρο.|| Μεταλλικό/ξύλινο/πλαστικό ~. Πβ. κορδέλα, μεζούρα, μετροταινία. Βλ. βυθό-, γωνιό-, μικρό-, νανό-, τηλέ-μετρο. 2. (γενικότ.) κάθε μονάδα μέτρησης ενός φυσικού μεγέθους: ~ στερεών/υγρών/χωρητικότητας (βλ. λίτρο).|| (ΓΕΩΜ.) ~ τόξου (: ο θετικός αριθμός που εκφράζει πόσες φορές το τόξο περιέχει τη μοίρα). 3. {συνήθ. στον πληθ., μέτρα} οργανωμένες ενέργειες που γίνονται για συγκεκριμένο σκοπό: αντισυνταγματικά/διοικητικά/διαρθρωτικά/διορθωτικά/δρακόντεια/έκτακτα/επείγοντα/κατασταλτικά/νομοθετικά/οικονομικά/ορθά/πειθαρχικά/περιοριστικά/προληπτικά/πρόσθετα/προσωρινά/προτεινόμενα/ρυθμιστικά/σκληρά/στοχευμένα/συμπληρωματικά/συνοδευτικά ~α. ~α βελτίωσης (των συνθηκών)/δημοσιονομικής εξυγίανσης/ελάφρυνσης (δανειοληπτών)/ελέγχου/λιτότητας/πρόνοιας/προστασίας (του καταναλωτή)/στήριξης (της οικονομίας). Εξαγγελία/λήψη ~ων. Άρση/επιβολή/εφαρμογή/καθιέρωση/κατάργηση/προκήρυξη ενός ~ου. Αυξημένα ~α για τη φοροδιαφυγή/κατά της τρομοκρατίας. Απέδωσαν τα νέα ~α της κυβέρνησης. Αντισταθμιστικό ~ για την υλοποίηση του έργου. ~α-ασπιρίνες.|| (ΝΟΜ.) Προσωρινά και συντηρητικά ~α (: για εξασφάλιση και διατήρηση έννομων δικαιωμάτων αντίστοιχα). Βλ. ημίμετρα. 4. (μτφ.) τα λογικά όρια, ο μέσος όρος: υπέρβαση του ~ου. Στη ζωή χρειάζεται αρμονία και ~. Μη χάνουμε το ~. Αλόγιστη χρήση του υπολογιστή, χωρίς ~. Εγχείρημα που ξεπερνάει τα ανθρώπινα ~α. Το ~ (= το ανώτατο όριο) της ελευθερίας/της δημοκρατίας. Πβ. ρέγουλα. Βλ. ακρότητα. 5. (μτφ.) οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει πρότυπο, βάση, κριτήριο αξιολόγησης: Μην κρίνεις τους άλλους με τα δικά σου ~α. Μαγεύτηκα με αυτό το βιβλίο, αλλά δεν είμαι εγώ το ~. Η κοινωνική θέση των ατόμων δεν δίνει το ~ της αξίας τους. 6. ΜΕΤΡ. σύνολο βραχειών και μακρών συλλαβών (στην αρχαία μετρική) ή άτονων και τονισμένων (στη νεότερη), η επανάληψη του οποίου σχηματίζει τον στίχο· γενικότ. ο στίχος: αρχαίο/δακτυλικό/ελεγειακό/ιαμβικό/τροχαϊκό ~. Πβ. μετρικός πους/πόδας. 7. ΜΟΥΣ. (σε μια σύνθεση) καθένα από τα ισόχρονα μικρά μουσικά μέρη που βρίσκονται μεταξύ δύο διαστολών στο πεντάγραμμο: απλά και σύνθετα ~α. ~ 3/4. Πβ. ρυθμός. 8. βήμα ή κίνηση που γίνεται στον ρυθμό της μουσικής. 9. ΜΑΘ. απόλυτη τιμή κάθε πραγματικού αριθμού. ● μέτρα (τα): διαστάσεις: τα ~ του δωματίου. Κουστούμι ραμμένο ακριβώς στα ~ μου. ● ΣΥΜΠΛ.: αίσθηση του μέτρου βλ. αίσθηση, ασφαλιστικά μέτρα βλ. ασφαλιστικός, κυβικό μέτρο/εκατοστό/δεκατόμετρο/χιλιοστόμετρο βλ. κυβικός, μέτρα ασφαλείας βλ. ασφάλεια, μέτρο σύγκρισης βλ. σύγκριση, τετραγωνικό μέτρο/χιλιόμετρο/εκατοστό/δεκατόμετρο/χιλιοστόμετρο βλ. τετραγωνικός, τρέχον μέτρο βλ. τρέχων ● ΦΡ.: εν τινι μέτρω (αρχαιοπρ.): ως ένα βαθμό, σημείο., λαμβάνω/παίρνω μέτρα (μτφ.): ενεργώ κατάλληλα για την αντιμετώπιση προβλήματος, την αποτροπή κινδύνου: Ελήφθησαν όλα τα αναγκαία/απαραίτητα ~. Η κυβέρνηση θα πάρει αυστηρά ~ για το ... [< γαλλ. prendre des mesures] , λαμβάνω/παίρνω τα μέτρα μου: προνοώ για κάτι ή προφυλάσσομαι από αυτό: Έλαβαν τα ~ τους. Όφειλε να έχει πάρει τα ~ του., με μέτρο: εντός λογικών ορίων, χωρίς υπερβολές: Όλα ~ ~!, μέτρα και σταθμά (μτφ.) : κριτήρια: Δεν μπορούμε να κρίνουμε τους πάντες με τα ίδια ~ ~. Οι ιθύνοντες επιβάλλουν τα δικά τους ~ ~., μέτρον άριστον & παν μέτρον άριστον (αρχ. γνωμ.): το καλύτερο είναι να αποφεύγει κάποιος τα άκρα, την υπερβολή. ΣΥΝ. μηδέν άγαν, παίρνω τα μέτρα (κάποιου): μετρώ τις διαστάσεις του σώματός του: Η μοδίστρα μού πήρε ~.|| (αργκό) Του ~ουν μέτρα (= περιμένουν να πεθάνει)., πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος: ΦΙΛΟΣ. (κριτήριο για όλα τα πράγματα είναι ο άνθρωπος:) για να δηλωθεί ότι αποτελεί την υπέρτατη αξία., στα μέτρα μου/σου/του (μτφ.): για καθετί προσαρμοσμένο στις ανάγκες, στις δυνατότητες, στο συμφέρον κάποιου: Ο ρόλος ήταν κομμένος και ραμμένος ~ της. Η αντίπαλη ομάδα ήταν ~ μας (: μπορούσαμε να την αντιμετωπίσουμε)., στα μέτρα/στο μέτρο των δυνάμεων/των δυνατοτήτων (κάποιου): σύμφωνα με τις ανάγκες, επιθυμίες ή δυνατότητές του: πρόγραμμα διατροφής στα μέτρα σας. Θα βοηθήσουμε στο μέτρο των δυνατοτήτων μας., στο μέτρο/στον βαθμό που: μέχρι του σημείου που: Τροποποίηση των κανονισμών επιτρέπεται ~ ~ (= εφόσον) αυτό κρίνεται απολύτως αναγκαίο., φέρνω κάτι στα μέτρα μου (μτφ.): το διαμορφώνω, το προσαρμόζω στις δικές μου ανάγκες, επιθυμίες, δυνατότητες: Η ομάδα ήταν πολύ καλά προετοιμασμένη και έφερε το παιχνίδι στα ~ της.|| (σπάν. για πρόσ.) Προσπαθεί να τη φέρει στα ~ του, αλλά τίποτα. Πβ. φέρνω κάποιον στα νερά μου., δύο μέτρα και δύο σταθμά βλ. σταθμά, κατά το δυνατό(ν)/όσο είναι δυνατό(ν)/στο μέτρο του δυνατού/(μέσα) στα όρια/πλαίσια του δυνατού βλ. δυνατός, στήνω κάποιον στα έξι/τρία μέτρα βλ. στήνω, στο μέτρο/στον βαθμό του εφικτού βλ. εφικτός, στον βαθμό/στο μέτρο που μου αναλογεί βλ. βαθμός [< αρχ. μέτρον, γαλλ. mètre, mesure, αγγλ. measure]

μικροσκόπιο

μικροσκόπιομι-κρο-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΤΕΧΝΟΛ. οπτικό όργανο το οποίο με τη βοήθεια φωτεινών ακτίνων μεγεθύνει αντικείμενα που είναι αόρατα διά γυμνού οφθαλμού: διοπτρικό/διοφθαλμικό/εργαστηριακό/κοινό/οπτικό/πολωτικό/στερεοσκοπικό/φορητό/φωτονικό/χειρουργικό/ψηφιακό ~. ~ φθορισμού/χειρός. Φακός ~ίου. Απεικόνιση/εξέταση/εργαστηριακές ασκήσεις με ~. Βλ. -σκόπιο. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρονικό μικροσκόπιο: που παράγει σε μεγέθυνση την εικόνα ενός μικροσκοπικού αντικειμένου σε μια οθόνη φθορισμού ή σε φωτογραφική πλάκα μέσω μιας δέσμης ηλεκτρονίων: ~ ~ σάρωσης. [< γερμ. Elektronenmikroskop, αγγλ. electron microscope, 1932] , μικροσκόπιο ατομικής δύναμης: όργανο μέτρησης και καταγραφής της θέσης μιας πολύ λεπτής ακίδας, καθώς αυτή κινείται πάνω στην προς εξέταση επιφάνεια: απεικόνιση βιολογικών ιστών με χρήση ~ίου ~. [< αγγλ. atomic force microscope (AFM)] ● ΦΡ.: στο/από το μικροσκόπιο: (μτφ.) για να δηλωθεί ότι κάποιος ή κάτι εξετάζεται ενδελεχώς: Βάζω κάτι/κάτι μπαίνει στο ~. H σύμβαση μεγάλου έργου βρίσκεται στο ~ των εισαγγελικών Αρχών. Από ~ ~ της κοινοβουλευτικής ομάδας θα περάσει η οικονομική πολιτική., (ούτε) με (τα) κιάλια/το κιάλι βλ. κιάλι [< ιταλ. microscopio, γαλλ.-αγγλ. microscope, γερμ. Mikroskop]

παίρνω

παίρνωπαίρ-νω ρ. (μτβ.) {πήρα, πάρει, πάρ-θηκε, -θεί, -μένος, παίρν-οντας} 1. πιάνω κάτι με το χέρι ή τα χέρια μου, για να το χρησιμοποιήσω, να το έχω πάνω μου και να το μεταφέρω, να το μετακινήσω από ένα σημείο σε άλλο ή να το κρατήσω: ~ετε τη ζύμη και την κόβετε σε μικρά κομμάτια. Του πήρε την μπάλα μέσα από τα χέρια.|| Πήρε το παλτό της και έφυγε. Πάρε τα απολύτως απαραίτητα. Μην ξεχάσεις να πάρεις (μαζί σου) τη φωτογραφική (πβ. φέρνω).|| Πάρε το χέρι σου από τον ώμο μου. Πάρε τον σκύλο από εδώ (= απομάκρυνέ τον).|| Πάρε το αρχείο από τον φάκελο (π.χ. του σκληρού δίσκου).|| (κάνω ανάληψη:) Πήρα από την τράπεζα ... χιλιάδες ευρώ.|| (για πρόσ.) Πήρε το μωρό στην αγκαλιά της. Την πήρε αγκαλιά (= την αγκάλιασε). Με πήρε από το μπράτσο/το χέρι.|| (μτφ.) Πήρα δουλειά για το σπίτι. Οι πληροφορίες/τα στοιχεία ~θηκαν (= αντλήθηκαν) από την ηλεκτρονική εγκυκλοπαίδεια ... 2. ως απολεξικοποιημένο ρήμα: ~ απαλλαγή (= απαλλάσσομαι)/αποζημίωση (= αποζημιώνομαι)/απόσπαση (= αποσπώμαι)/απόφαση (= αποφασίζω)/άριστα (= αριστεύω)/μετεγγραφή (= μετεγγράφομαι)/τη νίκη (= νικώ)/πόζα (= ποζάρω)/προαγωγή (= προάγομαι)/προφυλάξεις (= προφυλάσσομαι)/σύνταξη (= συνταξιοδοτούμαι)/φωτογραφία (= φωτογραφίζω). Η δίκη πήρε αναβολή για τις ... (= αναβλήθηκε). Η ταινία πήρε βραβείο για... (= βραβεύτηκε). Αργά ή γρήγορα θα πάρω την εκδίκησή μου (= θα εκδικηθώ). Η αγωνία πήρε τέλος (= τελείωσε). Το φαγητό πήρε βράση (= έβρασε).|| Πήραμε μεγάλη χαρά (= χαρήκαμε)/μια στενοχώρια (= στενοχωρηθήκαμε)/μια τρομάρα (= τρομάξαμε)!|| (με αντικείμενο ουσ. που εκφράζει ασθένεια:) Πήρα ένα κρύωμα (= κρύωσα). Πήρε το μικρόβιο (= μολύνθηκε).|| ~ αποτελέσματα (από εξετάσεις)/δείγμα/κλήση/το προβάδισμα/πρωτοβουλία να .../την πτήση για .../έναν υπνάκο/ψήφους. Του πήρε αίμα/τα αποτυπώματα/κατάθεση/συνέντευξη. 3. αγοράζω ή ενοικιάζω· δανείζομαι: Πάρε ένα πακέτο τσίχλες. Πήρα ένα καινούργιο ζευγάρι γυαλιά. Πήρες τα εισιτήρια; Δεν πήραμε τίποτα. Ό,τι πάρετε ... ευρώ. Ό,τι πληρώσεις ~εις. Διαλέγετε και ~ετε.|| (για δώρο:) Του/της πήρα ένα βιβλίο για την πρωτοχρονιά.|| Πήρα μια ταινία από το βιντεοκλάμπ.|| Να πάρω λίγο το στιλό σου; 4. αποκτώ, γίνομαι κάτοχος, μου παραχωρείται: ~ άδεια/δίπλωμα (οδήγησης)/εξιτήριο/επίδομα/πιστοποίηση/πόντους/υποτροφία. Πήρε την επάρκεια στα Αγγλικά. Πήρε πτυχίο. Πήρε τον βαθμό της ισοπαλίας.|| (για πρόσ.) Τον πήραν, όταν ήταν μωρό ακόμη (: τον υιοθέτησαν).|| Το ταλέντο του στη μουσική το πήρε από τον πατέρα του. Πβ. κληρονομώ.|| Πήραμε ρεύμα από την μπαταρία του αυτοκινήτου. ΣΥΝ. λαμβάνω (1) 5. οικειοποιούμαι κάτι, κλέβω· καταλαμβάνω, κατακτώ: Της πήρε (= άρπαξε) την τσάντα. Τους πήραν σχεδόν τα πάντα από το σπίτι. (για πρόσ.) Του/της πήρε τη γυναίκα/τον άνδρα.|| Πήρε την εξουσία (: νόμιμα ή με τη βία). Τους πήραν τα σπίτια (πβ. επιτάσσω, κατάσχω). Ο στρατός πήρε το ύψωμα (πβ. κυριεύω). 6. παραλαμβάνω· δέχομαι: ~ μια επιστολή/ένα μήνυμα/μια πρόσκληση. Ήταν το ωραιότερο δώρο που πήρα ποτέ. Δεν πήραμε καμία απάντηση.|| Αποφάσισα να μην πάρω τη δουλειά. Δεν ~ εντολές από κανέναν. ΣΥΝ. λαμβάνω (1) 7. (προφ.) τηλεφωνώ: ~ κάποιον από κινητό/σταθερό (τηλέφωνο). Τους πήρα, για να τους ευχαριστήσω. Πήρα να δω τι κάνεις. Πήρα να σου πω ... Πάρε με ό,τι ώρα θέλεις. 8. (για πρόσ.) μεταφέρω ή απομακρύνω κάποιον: Πάρε με μακριά. Τον πήρε παράμερα, για να του μιλήσει.|| (ενν. με όχημα:) Θα με πάρετε μαζί σας; Θα περάσω να σε πάρω από τη δουλειά. Το ταξί πήρε την ηλικιωμένη κυρία. Ανέπνεε ακόμη, όταν την πήρε το ασθενοφόρο.|| (μτφ.) Ο Θεός τον πήρε κοντά του (: για κάποιον που πέθανε). 9. χρησιμοποιώ ως μεταφορικό μέσο, μετακινούμαι με: ~ (σπάνια/τακτικά) λεωφορείο/μετρό/ταξί/τρόλεϊ. Πάρε το αυτοκίνητο και πάμε βόλτα.|| Πάρτε εσείς το ασανσέρ κι εγώ ανεβαίνω από τις σκάλες. 10. κερδίζω, νικώ: ~ το κύπελλο/την πρόκριση/το πρωτάθλημα/τον τίτλο/το χρυσό. Η Εθνική πήρε το πρώτο παιχνίδι. Πήρε το όσκαρ πρώτου ανδρικού ρόλου.|| Πήραν την έβδομη θέση (= κατέλαβαν)/την ισοπαλία/την πρωτιά. Αισιοδοξούμε να πάρουμε ένα καλό αποτέλεσμα. 11. εισάγω στον οργανισμό μου· καταναλώνω: ~ αντιβίωση/βιταμίνες/σίδηρο/συμπληρώματα διατροφής/φάρμακα/χάπια. Έχει πάρει απαγορευμένες ουσίες/ναρκωτικά.|| Από τις τροφές ~ουμε ενέργεια.|| Δεν αισθάνομαι καλά, θέλω να πάρω λίγο αέρα.|| (τρώω ή πίνω:) Πάρε όση τούρτα θέλεις. -Θέλετε λίγο γλυκό; - Όχι ευχαριστώ, δεν θα πάρω. Τι θα πάρετε; (: τυπική ερώτηση σερβιτόρου· πβ. παραγγέλνω). Πήρε πρωινό. 12. (για χρήματα) αμείβομαι, κερδίζω: ~ (= βγάζω) ... ευρώ το(ν) μήνα. ~ει περισσότερα από σένα.|| Πόσα σου πήρε ο γιατρός; Δεν ~ει πολλά. 13. (προφ.) για διάρκεια, χρόνο που απαιτείται, για να γίνει κάτι: Μου πήρε πέντε χρόνια (για) να ... Του πήρε (= χρειάστηκε) μια ώρα να το φτιάξει.|| Δεν με ~ει ο χρόνος για να ... (: δεν μου αρκεί). Ξεκινάμε τώρα, διαφορετικά δεν θα μας πάρει η ώρα (: δεν θα προλάβουμε).|| Δεν σε πήραν τα χρόνια ακόμη (: δεν γέρασες)! 14. προσλαμβάνω: Δεν θα πάρουμε άλλο προσωπικό. Η ομάδα θα πάρει δύο νέους παίκτες. 15. (προφ.) εκλαμβάνω, θεωρώ: Συγγνώμη, σε πήρα (= σε πέρασα) για άλλη (: νόμισα ότι ήσουν άλλη)! Τον πήραν για χαζό.|| Μην ~εις στα σοβαρά όσα λέει. Το ~ ως κομπλιμέντο. Βλ. παρα~. 16. επιλέγω και παρακολουθώ ένα μάθημα: Στο τρίτο εξάμηνο μπορείς να πάρεις νεότερη ευρωπαϊκή ιστορία. 17. ακολουθώ: Πάρε τον πρώτο δρόμο αριστερά.|| (σε συζητήσεις) Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. 18. αναλαμβάνω: ~ το βάρος της ευθύνης. 19. βγάζω, εξάγω, παράγω: Το μαζούτ και η βενζίνη είναι υγρά καύσιμα που ~ουμε με κατεργασία. 20. μετρώ με ειδικό όργανο: ~ τη θερμοκρασία/την πίεση/τον σφυγμό κάποιου. 21. αποσπώ, αφαιρώ: Του πήραν τις πινακίδες. Ο αέρας πήρε τη σκεπή/την ομπρέλα.|| (μτφ.) ~ τη ζωή κάποιου (= τον σκοτώνω). 22. (προφ.) κάνω έρωτα σε κάποιον. 23. (προφ.) παντρεύομαι: Πήρε καλή/καλό σύζυγο. 24. βιντεοσκοπώ, κινηματογραφώ: Χαμογέλασε, μας ~ει η κάμερα. ~ ένα κοντινό πλάνο. 25. (μτφ.-προφ.) πετυχαίνω, χτυπώ κάποιον: Τα θραύσματα τον πήραν ξώφαλτσα.παίρνει (προφ.) 1. (για μηχανές, συσκευές) χρησιμοποιεί, για να λειτουργήσει: Το αυτοκίνητό μου ~ αμόλυβδη. Το κινητό ~ μπαταρία λιθίου. 2. επιδέχεται, σηκώνει: Το ζήτημα/η υπόθεση δεν ~ αναβολή. 3. χωρά: Η αίθουσα ~ πάνω από χίλια άτομα. ● ΦΡ.: βάζω/παίρνω κιλά/βάρος: παχαίνω: Πήρα τρία κιλά. ~ πολύ εύκολα βάρος., δεν παίρνω τα μάτια μου από (πάνω) ...: δεν σταματώ να κοιτάζω, να προσέχω ή να διαβάζω: Δεν μπορώ να πάρω ~ ~ από πάνω της ούτε λεπτό. Η πλοκή δεν σε αφήνει να πάρεις ~ ~ σου από το βιβλίο/την οθόνη., έδωσε πήρε (προφ.): για επίμονη προσπάθεια: Επέμεινε, ~ ~, και τελικά τα κατάφερε., θα τον πάρει (ο διάβολος) και θα τον σηκώσει (προφ.-απειλητ.): για να δηλωθεί αγανάκτηση, οργή: Μη μου πηγαίνεις κόντρα, γιατί θα σε ~ και θα σε ~ (= την έβαψες)., μας πήρε (το) μεσημέρι/μας πήρε το βράδυ (προφ.): αργήσαμε, καθυστερήσαμε: ~ ~, αλλά τα προλάβαμε όλα!, με παίρνει (προφ.): μπορώ, έχω τη δυνατότητα να: Δεν μας ~ να κάνουμε λάθος., με παίρνει/πιάνει (ο) ύπνος (προφ.): αποκοιμιέμαι: Δεν ~ ~ με τίποτα (= δεν μπορώ να κοιμηθώ). Τον πήρε ο ~ διαβάζοντας/στο σινεμά., με πήρε και με σήκωσε (προφ.): για ισχυρό άνεμο· μου επιτέθηκε φραστικά: Μας ~ και μας ~ ο αέρας σήμερα.|| (μτφ.) Μια κουβέντα είπα και ~ ~., όσο δεν παίρνει (άλλο) & μέχρι/ως εκεί που δεν παίρνει (άλλο): όσο είναι δυνατόν, στον ανώτερο βαθμό: Είμαστε αποφασισμένοι ~ ~. Έχει καβαλήσει το καλάμι ~ ~., παίρνει μορφή 1. υλοποιείται: Το νέο αθλητικό κέντρο ~ ~. Οι καλλιτεχνικές της ευαισθησίες πήραν ~ πάνω στο ξύλο. 2. (μτφ.) εξελίσσεται, παίρνει διαστάσεις: Οι καταγγελίες έχουν πάρει (τη) ~ χιονοστιβάδας. Το πρόβλημα έχει πάρει ~ επιδημίας., παίρνω άφεση (αμαρτιών): συγχωρούμαι: Από μένα έχεις πάρει ~ ~., παίρνω δύναμη/δυνάμεις: αποκτώ ψυχική δύναμη, θάρρος: ~ουμε ~ ο ένας από τον άλλο. Με τη χθεσινή μας νίκη πήραμε ~ για τη συνέχεια., παίρνω ιδέες: εμπνέομαι από ξένα πρότυπα, συμπεριφορές, απόψεις και τις χρησιμοποιώ δημιουργικά: Άλλο είναι να ~εις ~ και άλλο να αντιγράφεις. Πάρτε ~ για τη διακόσμηση του σπιτιού., παίρνω κάποιον με τις λεμονόκουπες/τις ντομάτες/τα γιαούρτια/τ' αβγά (προφ.): τον αποδοκιμάζω έντονα, τον γιουχάρω: Δεν πρόλαβε να μιλήσει και τον πήραν ~ ~. Πβ. θα μας κυνηγήσουν., παίρνω κάποιον στο ψιλό & (σπάν.) στον μεζέ: κοροϊδεύω, χλευάζω κάποιον: Σοβαρευτείτε, γιατί σας πήραν ~ ~! Πβ. του κρέμασαν κουδούνια. Βλ. μας δουλεύει ψιλό γαζί., παίρνω κάτι στα χέρια μου (μτφ.): έχω υπό τον έλεγχό μου, στην ευθύνη μου: Είναι καιρός να πάρεις τη ζωή σου/την κατάσταση στα χέρια σου. Πβ. αναλαμβάνω, επωμίζομαι., παίρνω λόγια (από κάποιον) (προφ.): μαθαίνω, συνήθ. με έμμεσο ή πονηρό τρόπο, κάτι: Δεν του ~εις εύκολα λόγια., παίρνω τηλέφωνο: τηλεφωνώ: Την πήρα ~, αλλά δεν το σηκώνει. Δεν άντεξα και την/τον πήρα ~., παίρνω χαμπάρι/είδηση/πρέφα/μυρωδιά (μτφ.-προφ.): αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω: Μας έχουν πάρει ~! Έχετε πάρει ~ ότι ...; Δεν έχουν πάρει πρέφα τι γίνεται. Πβ. μυρίζομαι., πάρ' τον/την κάτω (προφ.): για κάποιον που πέφτει: Σκόνταψε στο χαλί και ~ ~., πάρε τον ένα(ν) (και) χτύπα τον άλλον (μτφ.): για ανθρώπους ανάξιους, άχρηστους: Είναι και οι δύο ~ ~. Ήταν ο μόνος που άξιζε, όλοι οι άλλοι ήταν ~ ~., πήρα να/και: αρχίζω ή άρχισα: Πήρα να διαβάζω. Ο αέρας πήρε να κοπάζει. Πήρε και βραδιάζει., τα παίρνει χοντρά (αργκό): αμείβεται αδρά ή δωροδοκείται: ~ ~ από το κανάλι. Τους τα πήρε ~.|| Λένε ότι τα πήρε ~, για να πουλήσει το ματς. Πβ. χρηματίζομαι, τα πιάνει. Βλ. κάτω από το τραπέζι., τα παίρνω (στο κρανίο/στην κράνα/χοντρά) (αργκό): εκνευρίζομαι, εξοργίζομαι: Μην τα ~εις! Τα έχω πάρει ~ με όσα γράφτηκαν για μένα!, το παίρνω πίσω: αναιρώ, συνήθ. προηγούμενο λόγο μου, υπόσχεση: Αν σε πείραξε/αν είναι έτσι, τότε ~ ~., τον παίρνεις! (αργκό-υβριστ.): για δήλωση αγανάκτησης ή έντονης δυσαρέσκειας προς κάποιον., τον πήρα (προφ.): ενν. τον ύπνο· αποκοιμήθηκα: ~ ~ για λίγο., (αγοράζω/παίρνω) γουρούνι στο σακί βλ. γουρούνι, (λαμβάνω/παίρνω) το βάπτισμα του πυρός βλ. βάπτισμα, (παίρνω κάποιον) κάτω από τις φτερούγες μου βλ. φτερούγα, (παίρνω τον) κακό/στραβό δρόμο βλ. δρόμος, (παίρνω) τον πούλο βλ. πούλος, (που) να πάρει η ευχή! βλ. ευχή, (που) να πάρει η οργή! βλ. οργή, (το) παίρνω απόφαση βλ. απόφαση, αναλαμβάνω/λαμβάνω/παίρνω τα ηνία βλ. αναλαμβάνω, αναλαμβάνω/παίρνω την ευθύνη βλ. αναλαμβάνω, από το στόμα μου το πήρες! βλ. στόμα, ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά βλ. πράγμα, βγάζω/παίρνω/πιάνω χαρτί και μολύβι βλ. χαρτί, βλέπω/αντιμετωπίζω/παίρνω την κατάσταση/τα πράγματα όπως είναι βλ. πράγμα, βλέπω/παίρνω (κάποιον/κάτι) με καλό/με κακό μάτι βλ. μάτι, δεν (τα) παίρνει τα γράμματα βλ. γράμμα, δεν ακούω/δεν δέχομαι/δεν θέλω/δεν σηκώνω/δεν παίρνω κουβέντα βλ. κουβέντα, δεν μπορώ να πάρω/σύρω τα πόδια μου βλ. πόδι, δεν παίρνει από λόγια βλ. λόγια, δεν παίρνω από αστεία βλ. αστείο, δεν παίρνω λέξη πίσω βλ. λέξη, δεν του παίρνεις λέξη/κουβέντα βλ. κουβέντα, δίνει και παίρνει βλ. δίνω, δίνω/παίρνω στο χέρι βλ. χέρι, δίνω/παίρνω/ζητώ αύξηση βλ. αύξηση, δίνω/παίρνω/τρώω πόδι βλ. πόδι, δρόμο παίρνω, δρόμο αφήνω βλ. δρόμος, δώσ' του (κάτι) και πάρ' του την ψυχή βλ. ψυχή, εκεί που μας χρωστούσαν/χρωστάγανε (μας πήραν και το βόδι) βλ. χρωστώ, έχει πάρει (ή αναλάβει) εργολαβία/εργολαβικά βλ. εργολαβία, έχει πάρει/πήρε (πολύ) αέρα βλ. αέρας, έχουν πάρει/πήραν τα μυαλά του αέρα βλ. αέρας, θέλει/παίρνει/τρώει ώρα/ώρες βλ. ώρα, κάτι πήρε/έπιασε τ' αυτί μου βλ. αυτί, κάτι σηκώνει/θέλει/χρειάζεται/χωράει/παίρνει συζήτηση/κουβέντα βλ. συζήτηση, κι όποιον πάρει ο χάρος! βλ. χάρος, κυνηγάω/παίρνω κάποιον με το σκουπόξυλο βλ. σκουπόξυλο, λαμβάνει/παίρνει σάρκα και οστά βλ. οστό, λαμβάνω/παίρνω μέρος σε κάτι βλ. μέρος, λαμβάνω/παίρνω μέτρα βλ. μέτρο, λαμβάνω/παίρνω τα μέτρα μου βλ. μέτρο, λαμβάνω/παίρνω υπόψη βλ. λαμβάνω, ληγμένα παίρνεις/πίνεις; βλ. ληγμένος, μαζεύω/παίρνω τα μπογαλάκια μου βλ. μπογαλάκι, μας πήρε το κεφάλι βλ. κεφάλι, μας πήρε/μας έπιασε/μας βρήκε η νύχτα/το βράδυ βλ. νύχτα, με παίρνει από κάτω/αποκάτω βλ. κάτω, με παίρνει η μπάλα βλ. μπάλα, με παίρνουν τα ζουμιά βλ. ζουμί, με πήραν τα αίματα βλ. αίμα, με πήραν τα δάκρυα/κλάματα βλ. δάκρυ, με πήραν τα σιρόπια βλ. σιρόπι, με πήραν τα σκάγια βλ. σκάγι, με πήρε το ποτάμι βλ. ποτάμι, με πιάνει/με παίρνει το παράπονο βλ. παράπονο, μου παίρνει/ζαλίζει τ' αυτιά βλ. αυτί, μου πήρε το μυαλό/τα μυαλά/το(ν) νου βλ. μυαλό, να το πάρει το ποτάμι; βλ. ποτάμι, νύχτα (το) πήρες το δίπλωμα; βλ. νύχτα, όποιον πάρει η μπάλα βλ. μπάλα, παίρνει μπρος/μπροστά βλ. εμπρός, παίρνει σειρά βλ. σειρά, παίρνει στροφές βλ. στροφή, παίρνει στροφές/το μυαλό του παίρνει στροφές βλ. στροφή, παίρνει την ανιούσα βλ. ανιών, παίρνει την κατιούσα βλ. κατιών, παίρνει την κάτω βόλτα βλ. βόλτα, παίρνει την πάνω βόλτα βλ. βόλτα, παίρνει το μάτι μου (κάποιον/κάτι) βλ. μάτι, παίρνει ύφος βλ. λάσπη, παίρνει/λαμβάνει/προσλαμβάνει διαστάσεις βλ. διάσταση, παίρνει/τρώει χρόνο βλ. χρόνος, παίρνουν (κάποιον) τα χρόνια βλ. χρόνος, παίρνω (και) τα σώβρακα (κάποιου) βλ. σώβρακο, παίρνω (κάποιον) από πίσω/από κοντά βλ. πίσω, παίρνω (κάποιον) στο κατόπι βλ. κατόπι, παίρνω (κάποιον) στο λαιμό μου βλ. λαιμός, παίρνω (κάποιον) φαλάγγι βλ. φαλάγγι, παίρνω (κάτι) επί πόνου βλ. πόνος, παίρνω (κάτι) τοις μετρητοίς βλ. μετρητοίς, παίρνω (μια) ανάσα βλ. ανάσα, παίρνω (στα) ζεστά/βλέπω ζεστά κάτι βλ. ζεστός, παίρνω άδεια από τη σημαία βλ. σημαία, παίρνω αέρα/τον αέρα μου βλ. αέρας, παίρνω αμπάριζα βλ. αμπάριζα, παίρνω αμπάριζα και βγαίνω βλ. αμπάριζα, παίρνω ανάποδες (στροφές) βλ. ανάποδος, παίρνω ανοιχτά τη στροφή βλ. ανοιχτά, παίρνω από το χέρι βλ. χέρι, παίρνω απουσίες βλ. απουσία, παίρνω γραμμή βλ. γραμμή, παίρνω δρόμο βλ. δρόμος, παίρνω θέση για/σε κάτι βλ. θέση, παίρνω κάποιον με το μέρος μου βλ. μέρος, παίρνω κάποιον/κάτι από φόβο βλ. φόβος, παίρνω κάποιον/κάτι γραμμή βλ. γραμμή, παίρνω κάτι (ε)πάνω μου βλ. πάνω & επάνω, παίρνω κεφάλι βλ. κεφάλι, παίρνω όρκο βλ. όρκος, παίρνω πάνω μου την αμαρτία βλ. αμαρτία, παίρνω παραμάζωμα βλ. παραμάζωμα, παίρνω πίσω βλ. πίσω, παίρνω σβάρνα βλ. σβάρνα, παίρνω στην πλάκα κάποιον/κάτι βλ. πλάκα, παίρνω στο κυνήγι (κάποιον) βλ. κυνήγι, παίρνω τα (όρη και τα) βουνά βλ. βουνό, παίρνω τα μέτρα (κάποιου) βλ. μέτρο, παίρνω τα μούτρα μου και ... βλ. μούτρο, παίρνω τα πάνω μου βλ. πάνω & επάνω, παίρνω την παρθενιά βλ. παρθενιά, παίρνω το αίμα μου πίσω/πίσω το αίμα μου βλ. αίμα, παίρνω το δισάκι μου (στον ώμο) βλ. δισάκι, παίρνω το καπελάκι/το καπέλο μου και φεύγω βλ. καπέλο, παίρνω το κεφάλι (κάποιου)/κεφάλια βλ. κεφάλι, παίρνω το κολάι βλ. κολάι, παίρνω το μέρος & πηγαίνω/είμαι με το μέρος (κάποιου) βλ. μέρος, παίρνω το(ν) δρόμο βλ. δρόμος, παίρνω τον αέρα κάποιου βλ. αέρας, παίρνω τον καλό δρόμο βλ. δρόμος, παίρνω τους δρόμους βλ. δρόμος, παίρνω ύψος βλ. ύψος, παίρνω φόρα βλ. φόρα1, παίρνω χρήματα βλ. χρήμα, παίρνω χρώμα βλ. χρώμα, παίρνω/αναλαμβάνω (το) ρίσκο/(τα) ρίσκα βλ. ρίσκο, παίρνω/αρπάζω/κλέβω την μπουκιά (μέσα) από το στόμα κάποιου βλ. μπουκιά, παίρνω/βλέπω κάτι στραβά βλ. στραβός, παίρνω/κάνω μάτι βλ. μάτι, παίρνω/κρατώ/τηρώ (τις) αποστάσεις βλ. απόσταση, παίρνω/λαμβάνω τον λόγο βλ. λόγος, παίρνω/παντρεύομαι κάποιον με παπά και με κουμπάρο βλ. κουμπάρος, κουμπάρα, παίρνω/πιάνω κάποιον μονότερμα βλ. μονότερμα, παίρνω/πιάνω τα όπλα βλ. όπλο, παίρνω/ρίχνω/σηκώνω/πετάω μπόι βλ. μπόι, παίρνω/τρώω την (πρώτη) κρυάδα βλ. κρυάδα, πάρ' τα (να μη στα χρωστάω)! βλ. χρωστώ, πάρ' τον στον γάμο σου να σου πει «και του χρόνου» βλ. γάμος, πήρε των ομματιών του/τα μάτια του βλ. ομμάτιον, πιάνω/παίρνω το μήνυμα (κάποιου) βλ. μήνυμα, πιάνω/παίρνω φωτιά βλ. φωτιά, τα πράγματα πήραν το(ν) δρόμο τους βλ. δρόμος, το παίρνω πατριωτικά βλ. πατριωτικός, το πήρε αλλιώς βλ. αλλιώς, το πήρε ανάποδα/από την ανάποδη βλ. ανάποδα, το πήρε άσχημα βλ. άσχημος, το πήρε βαριά βλ. βαρύς, το πήρε ελαφριά βλ. ελαφρύς, το πήρε καλά βλ. καλά, το πήρε κατάκαρδα βλ. κατάκαρδα, το πήρε προσωπικά βλ. προσωπικός, τον παίρνει/πιάνει (ο) πόνος για κάτι/κάποιον βλ. πόνος, τον πάνε/τον παίρνουν τέσσερις βλ. τέσσερις, του πήρε την ταυτότητα βλ. ταυτότητα, τραβάει/παίρνει τον ανήφορο/την ανηφόρα βλ. ανήφορος, ύπνε που παίρνεις τα παιδιά (έλα πάρε και τούτο) βλ. ύπνος [< μεσν. παίρνω, γαλλ. prendre, αγγλ. take]

πυρ

πυρ[πῦρ] ουσ. (ουδ.) {πυρ-ός | -ά, -ών} (λόγ.): φωτιά: ασφαλιστήριο/ασφάλιστρα/συμβόλαιο ~ός.|| Ο οικισμός παραδόθηκε στο ~ (= κάηκε).|| (ΓΕΩΓΡ.) Η Γη του Πυρός. (ΘΕΟΛ.) Το ~ της κολάσεως. (ΦΙΛΟΣ., κατά τον Ηράκλειτο) Το ~ ως ύψιστη αρχή των πάντων. (ΑΡΧ.) Στον βωμό έκαιγε το ιερό ~.πυρά (τα) 1. βολές, πυροβολισμοί: αντιαεροπορικά ~. ~ όλμων/πολυβόλων. Ανταλλαγή/ρίψη/χρήση ~ών. Ασκήσεις με εικονικά/πραγματικά ~. Δέχτηκαν εχθρικά/ομαδικά/πυκνά ~. Έριξαν προειδοποιητικά ~. Σκοτώθηκε από τα ~ ληστή. 2. (μτφ.) κατηγορίες, λεκτική επίθεση: προεκλογικά/συντονισμένα ~. ~ συνδικαλιστών κατά του νομοσχεδίου. Έστρεψε τα ~ του εναντίον των αντιπάλων του. Ανταπέδωσε τα/απάντησε στα ~ (που δέχτηκε). Πβ. μύδροι. ● ΣΥΜΠΛ.: αιώνιο πυρ: ΘΕΟΛ. η Κόλαση ή η αιώνια τιμωρία των αμαρτωλών., άσβεστο πυρ: ΑΡΧ. φωτιά που διατηρείται συνεχώς αναμμένη για θρησκευτικούς λόγους: η ιερή εστία με το ~ ~., γραμμή (του) πυρός: πρώτη γραμμή: Πολέμησε/στάλθηκε στη ~ ~.|| (μτφ.) Ανήκει στη ~ ~ της ομάδας (= στην επίθεση). Βρίσκεται στη ~ ~ της εταιρείας. ΣΥΝ. γραμμή του μετώπου, δύναμη πυρός 1. ΣΤΡΑΤ. συνολική ικανότητα εκτόξευσης πυρών εναντίον του εχθρού. 2. (μτφ.) ισχυρό όπλο, ατού: η ~ ~ για την αντιμετώπιση της κρίσης χρέους. Πβ. βαρύ πυροβολικό., ζώνη του πυρός & ζώνη πυρός: (κυριολ. κ. μτφ.) πεδίο βολής ή γενικότ. πεδίο μάχης: Βρέθηκε στη ~ ~. [< αγγλ. fire-zone, 1916, πβ. free-fire zone, 1965] , υγρό πυρ & (σπάν.) ελληνικό πυρ: ΙΣΤ. εύφλεκτο μείγμα μυστικής σύνθεσης (πιθανόν συνδυασμός κυρ. θείου, νίτρου, νάφθας και ρητίνης) που αναφλεγόταν αυτόματα μόλις ερχόταν σε επαφή με το νερό και χρησιμοποιήθηκε από τους Βυζαντινούς ως ναυτικό όπλο., άσφαιρα (πυρά) βλ. άσφαιρος, ασφάλεια πυρός βλ. ασφάλεια, διασταυρούμενα πυρά βλ. διασταυρούμενος, καταιγιστικά πυρά βλ. καταιγιστικός, κατάπαυση (του) πυρός βλ. κατάπαυση, πυρ/πυρά ομαδόν βλ. ομαδόν, φίλια πυρά βλ. φίλιος ● ΦΡ.: ανοίγω πυρ & αρχίζω πυρ: αρχίζω να πυροβολώ εναντίον κάποιου: Άνοιξαν ~ κατά των εχθρών.|| (μτφ.) Άνοιξε ~ εναντίον των συκοφαντών (= εξαπέλυσε μομφές). [< γαλλ. ouvrir le feu] , διά πυρός και σιδήρου (λόγ.) 1. (μτφ.) μέσα από πολλές δοκιμασίες, βάσανα, ταλαιπωρίες: Περάσαμε ~ ~, ώσπου να τα καταφέρουμε. 2. με φωτιές και σφαγές· (κυρ. κατ' επέκτ.) με την άσκηση πίεσης ή βίας, με εξαναγκασμό: Επέβαλε τη βούλησή του ~ ~. [< γερμ. mit Feuer und Schwert] , εν μέσω (δύο) πυρών (λόγ.) & μεταξύ (δύο) πυρών & ανάμεσα σε δύο πυρά: για κάποιον/κάτι που δέχεται ταυτόχρονα επίθεση ή μτφ. έντονες αντιδράσεις από δύο αντίπαλες πλευρές: Βρίσκονται ~ ~. [< γαλλ. entre deux feux ] , παύσατε πυρ! 1. ΣΤΡΑΤ. παράγγελμα να σταματήσουν οι βολές. 2. (μτφ.) προτροπή για διακοπή διένεξης ή διαμάχης. Βλ. ανακωχή, εκεχειρία, κατάπαυση (του) πυρός. [< γαλλ. c essez le feu ] , πυρ και μανία (μτφ.): για να δηλωθεί έντονος θυμός, μεγάλη οργή: Είναι ~ ~ (= έξαλλος, έξω φρενών) κατά της διαιτησίας/με την επιπολαιότητά τους/με τους υπαλλήλους του. Έγινε (= εξοργίστηκε)/τον έκαναν ~ ~ (= τον εξόργισαν). Πβ. μπουρλότο., πυρ κατά βούληση & (λόγ.) κατά βούλησιν 1. ελευθερία στη ρίψη βολών. 2. (μτφ.) ανεμπόδιστη εκτόξευση κατηγοριών: ~ ~ εναντίον ... [< γαλλ. feu à volonté] , πυρ!: ΣΤΡΑΤ. ως παράγγελμα για την έναρξη πυροβολισμών. [< γαλλ. feu!] , στο πυρ το εξώτερο(ν) & (σπάν.-λόγ.) εις το πυρ το εξώτερον 1. (μτφ.) ως αναθεματισμός, αποκήρυξη, καταδίκη, κατάκριση: Τον έριξαν/έστειλαν ~ ~. 2. ΘΕΟΛ. & εις το πυρ το αιώνιον: στην Κόλαση., (λαμβάνω/παίρνω) το βάπτισμα του πυρός βλ. βάπτισμα, γαία πυρί μ(ε)ιχθήτω βλ. γαία, διασταύρωσαν τα ξίφη τους βλ. διασταυρώνω, παρανάλωμα του πυρός/της φωτιάς βλ. παρανάλωμα, πυρ, γυνή και θάλασσα βλ. γυνή, σε ανταλλαγή πυροβολισμών/πυρών βλ. ανταλλαγή, στη/εις την γέεννα του πυρός/της φωτιάς βλ. γέεννα [< αρχ. πῦρ, γαλλ. feu, αγγλ. fire]

πυρηνικός

πυρηνικός, ή, ό πυ-ρη-νι-κός επίθ. 1. ΦΥΣ. -ΤΕΧΝΟΛ. που αναφέρεται στον πυρήνα του ατόμου, στην ενέργεια που εκλύει, στη χρήση ή στις επιπτώσεις της: ~ός: εφιάλτης/κίνδυνος/μαγνητικός συντονισμός (βλ. μαγνητική τομογραφία)/όλεθρος/πύραυλος/τομέας/τρόμος/φυσικός. ~ή: ακτινοβολία/απειλή/ασφάλεια/βιομηχανία/δοκιμή/εγκατάσταση/έκρηξη/επίθεση/εποχή/έρευνα/ισχύς/καταστροφή/κρίση/μηχανική/στρατηγική/σύγκρουση/συνεργασία/τεχνολογία/υπεροχή/χημεία. ~ό: δόγμα/δυναμικό/δυστύχημα/εργοστάσιο/καταφύγιο/οπλοστάσιο/πρόγραμμα/σύννεφο/υλικό/υποβρύχιο/φορτίο/χτύπημα. ~ά: καύσιμα/περιστατικά/σχέδια. ~ σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Πβ. ατομικός. Βλ. αντι~. 2. ΒΙΟΛ. που αναφέρεται στον πυρήνα του κυττάρου: ~ός: πόρος/σκελετός/υποδοχέας/φάκελος (: το περίβλημα του πυρήνα). ~ή: άτρακτος/διαίρεση/μεταμόσχευση/πλάκα. ~ό: αντιγόνο/DNA/περίβλημα. ~ές: πρωτεΐνες. ~ή ατυπία όγκου.|| (ΙΑΤΡ.) ~ός: ίκτερος. 3. ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την πυρηνική ιατρική: ~ός: γιατρός. ~ή: καρδιολογία/ογκολογία. ● Ουσ.: πυρηνικά (τα) (προφ.): ενν. όπλα ή εργοστάσια: διαπραγματεύσεις/συνομιλίες για τα ~. ● ΣΥΜΠΛ.: πυρηνικά όπλα: πολύ ισχυρά όπλα με μεγάλη εκρηκτική και καταστροφική δύναμη, η οποία οφείλεται στην απελευθέρωση τεράστιας ποσότητας ενέργειας μέσω πυρηνικής αντίδρασης: το κύμα κρούσης/η ραδιενέργεια/η φωτεινή ακτινοβολία των ~ών ~ων (βλ. μανιτάρι). Διασπορά ~ών ~ων. Συνθήκη μη Διάδοσης ~ών ~ων (βλ. αποπυρηνικοποίηση). Χώρα που αναπτύσσει/διαθέτει/κατασκευάζει ~ ~. Βλ. απεμπλουτισμένο ουράνιο, όπλα μαζικής καταστροφής. [< αγγλ. nuclear weapons] , πυρηνική βόμβα: βόμβα με πολύ μεγάλη ισχύ που παράγεται από τη διάσπαση ή συνήθ. τη σύντηξη ατόμων. Πβ. ατομική βόμβα, βόμβα νετρονίου, βόμβα υδρογόνου. ΣΥΝ. βρόμικη βόμβα [< αγγλ. nuclear bomb] , πυρηνική δύναμη 1. χώρα που έχει στην κατοχή της ατομικές βόμβες, πυρηνικά όπλα. 2. ΦΥΣ. ΠΥΡ. δύναμη που συγκρατεί ενωμένα τα σωματίδια του ατομικού πυρήνα., πυρηνική ενέργεια: ΦΥΣ. ΠΥΡ. που απελευθερώνεται κατά τη διάσπαση (σχάση) ή την ένωση (σύντηξη) των πυρήνων βαρέων ισοτόπων (συνήθ. ραδιοϊσότοπα U-235 και Pu-239): ειρηνική/πολεμική χρήση της ~ής ~ας. Εγκαταστάσεις/εργοστάσιο/σταθμός ~ής ~ας (βλ. πυρηνικός αντιδραστήρας). ΣΥΝ. ατομική ενέργεια (2), πυρηνική ιατρική: ΙΑΤΡ. κλάδος που κάνει χρήση ραδιενεργών υλικών για διαγνωστικούς, θεραπευτικούς ή ερευνητικούς σκοπούς: Ελληνική Εταιρεία ~ής ~ής και Βιολογίας. [< αγγλ. nuclear medicine, 1952] , πυρηνική κεφαλή: το μπροστινό μέρος του πυραύλου, του οποίου η έκρηξη προκαλείται από πυρηνική ενέργεια· κατ' επέκτ. ο ίδιος ο πύραυλος. [< αγγλ. nuclear warhead, 1954] , πυρηνική οικογένεια: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. στοιχειώδης κοινωνική ομάδα που αποτελείται από τους γονείς και τα παιδιά τους, οι οποίοι ζουν μαζί κάτω από την ίδια στέγη: παραδοσιακή ~ ~. Βλ. εκτεταμένη/διευρυμένη οικογένεια, ελεύθερη ένωση, μονογονεϊκή οικογένεια. [< αγγλ. nuclear family, 1924] , πυρηνική σύντηξη: ΦΥΣ. ΠΥΡ. τεχνητή ένωση πυρήνων ελαφρών χημικών στοιχείων που οδηγεί στον σχηματισμό βαρύτερων με ταυτόχρονη απελευθέρωση ενέργειας: ελεγχόμενη ~ ~. Αντιδράσεις/αξιοποίηση/πειράματα/πλεονεκτήματα της ~ής ~ης. ΑΝΤ. πυρηνική σχάση [< αγγλ. nuclear fusion, 1952] , πυρηνική φυσική: ΦΥΣ. ΠΥΡ. κλάδος που μελετά τη δομή και τη σύσταση του πυρήνα των ατόμων και τα φαινόμενα που σχετίζονται με αυτόν: θεωρητική/πειραματική ~ ~. Ατομική και ~ ~. [< αγγλ. nuclear physics, 1933] , πυρηνικός αντιδραστήρας & ατομικός αντιδραστήρας: ΦΥΣ. ΠΥΡ. εγκατάσταση μέσα στην οποία γίνεται ελεγχόμενη αλυσιδωτή αντίδραση σχάσης των πυρήνων ραδιενεργών υλικών για την παραγωγή θερμότητας ή ακτινοβολίας: ατύχημα/διαρροή/έκρηξη σε ~ό ~α. Βλ. πλουτώνιο. [< αγγλ. nuclear reactor, 1945] , βιολογικός/πυρηνικός/χημικός πόλεμος βλ. πόλεμος, πυρηνική αντίδραση βλ. αντίδραση, πυρηνική μεμβράνη βλ. μεμβράνη, πυρηνική ομπρέλα βλ. ομπρέλα, πυρηνική σχάση βλ. σχάση, πυρηνικός σταθμός βλ. σταθμός, πυρηνικός χειμώνας βλ. χειμώνας, ραδιενεργά/πυρηνικά απόβλητα βλ. ραδιενεργός [< γαλλ. nucléaire, αγγλ. nuclear]

φυγόκεντρος

φυγόκεντρος, η/ος, ο φυ-γό-κε-ντρος επίθ. & (σπάν.) κεντρόφυγος 1. ΦΥΣ. που είναι αποτέλεσμα της φυγόκεντρης δύναμης· φυγοκεντρικός: ~η: επιτάχυνση.|| ~η: αντλία. ΑΝΤ. κεντρομόλος 2. (μτφ.) που κινείται μακριά από έναν κοινωνικό, πολιτικό, ιδεολογικό πυρήνα: οι ~ες τάσεις στο κόμμα. Βλ. διασπαστικός. ● ΣΥΜΠΛ.: φυγόκεντρος δύναμη & φυγόκεντρος (η): ΦΥΣ. δύναμη ίση με την κεντρομόλο, αλλά με αντίθετη φορά, η οποία απομακρύνει το σώμα που περιστρέφεται σε κυκλική τροχιά, από τον άξονα περιστροφής του. ΑΝΤ. κεντρομόλος δύναμη [< γαλλ. centrifuge]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.