Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • εγγόνι [ἐγγόνι] εγ-γό-νι ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) αγγόνι: γιος ή κόρη του παιδιού κάποιου: Έχει πέντε ~ια. Βλ. δισέγγονο. ● Υποκ.: εγγονάκι (το) [< μεσν. εγγόνι]

δισέγγονο

δισέγγονοδι-σέγ-γο-νο ουσ. (ουδ.): το παιδί του εγγονού ή της εγγονής. [< μεσν. δισέγγονο(ν)]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.