γανώνωγα-νώ-νω ρ. (μτβ.) {γάνω-σα, -θηκε, -μένος} (παλαιότ.-λαϊκό): επικαλύπτω την επιφάνεια χάλκινου σκεύους με κασσίτερο (καλάι), για την αποφυγή οξείδωσης: Ο γανωματής γάνωνε καζάνια/κατσαρόλες/μπακίρια. ~μένος: τέντζερης (ΑΝΤ. αγάνωτος). ● ΦΡ.: γανώνω το κεφάλι/τον εγκέφαλο/τα μυαλά/τ' αυτιά κάποιου (μτφ.-προφ.): κουράζω κάποιον με την επιμονή ή τη φλυαρία μου: Μου ~σες το κεφάλι όλη μέρα με την γκρίνια σου. Κενολογίες/προκαταλήψεις με τις οποίες μας ~ουν τα μυαλά. Πβ. ζαλίζω, σκοτίζω. [< μεσν. γανώνω]
ελεγκτής[ἐλεγκτής] ε-λε-γκτής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. ελέγκτρια} 1. υπάλληλος που έχει αρμοδιότητα να ελέγχει την εκτέλεση εργασίας ή υποχρέωσης, την ποιότητα υπηρεσίας, την κατάσταση προϊόντων: δημοσιονομικός/εγκεκριμένος/εξωτερικός/εσωτερικός/νόμιμος/οικονομικός ~. ~ εισιτηρίων. Ορκωτοί ~ές-λογιστές. Φορολογικοί ~ές (= φοροελεγκτές). ~ές ανωνύμων εταιρειών/του Δημοσίου. Έκθεση ~ών. Λογιστικός έλεγχος από ανεξάρτητο ~ή. Σώμα Επιθεωρητών-~ών Δημόσιας Διοίκησης.|| (ως επίθ.) ~ής: γιατρός/οδοντίατρος. 2. ΤΕΧΝΟΛ. {μόνο στο αρσ.} πρόγραμμα ή συσκευή που ρυθμίζει τη λειτουργία μηχανήματος, συστήματος, προγράμματος: ασύρματος ~. Βιομηχανικοί/ψηφιακοί ~ές. ~ έθερνετ/μνήμης (υπολογιστή)/μπαταριών/ορθογραφίας/παιχνιδιών/στάθμης (υγρών)/συνδέσεων. Προγραμματιζόμενοι λογικοί ~ές (PLC). Βλ. μικρο~.|| (ειδικότ.) ~ χαρτονομισμάτων (: ελέγχει τη γνησιότητά τους). ● ΣΥΜΠΛ.: ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας: υπάλληλος της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, αρμόδιος για τον έλεγχο της κυκλοφορίας των αεροσκαφών, ιδ. κατά την κίνησή τους προς και από το αεροδρόμιο. ΣΥΝ. αεροελεγκτής [αγγλ. air traffic controller, 1922][< μεσν. ελεγκτής, 1: γαλλ. contrôleur 2: αγγλ. controller]
εμπνευστής[ἐμπνευστής] ε-μπνευ-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. εμπνεύστρια} πρόσωπο που 1. συλλαμβάνει μια ιδέα, συμβάλλοντας συνήθ. και στην υλοποίησή της: ~ μιας θεωρίας/ενός κινήματος/ενός όρου. ~ και δημιουργός/ιδρυτής της εταιρείας. Ο ~ (= η ψυχή) της έκδοσης/του όλου εγχειρήματος. Βλ. καινοτόμος, πρωταίτιος, πρωτεργάτης, πρωτοπόρος. 2. (σπανιότ.) αποτελεί πηγή έμπνευσης για κάποιον: Ήταν ο ~ του, ο δάσκαλός του. Πβ. ηγερία, μούσα. [< μεσν. εμπνευστής, γαλλ. inspirateur]
καλός, ή, ό κα-λός επίθ. {συγκρ. καλύτερος, υπερθ. άριστος (λόγ.) κάλλιστος} ΑΝΤ. κακός 1. που χαρακτηρίζεται από θετικά συναισθήματα και φιλική διάθεση απέναντι στους άλλους, αγάπη, ανιδιοτέλεια, συμπόνια και πραότητα: Είναι ~ άνθρωπος/χαρακτήρας (πβ. αγαθός, άδολος, άκακος, ήρεμος). Είστε τόσο ~ (βλ. εξυπηρετικός)! Είναι ο ~ μου άγγελος (πβ. φύλακας άγγελος)! Είναι ~ή με όλους (βλ. ευγενικός, ευπροσήγορος, καλοσυνάτος, καταδεκτικός, μειλίχιος, προσηνής, προσιτός). || Έχει ~ή καρδιά/ψυχή (= είναι καλό-καρδη, -ψυχη). Δείχνει τον ~ό του εαυτό/την ~ή του πλευρά.|| ~ές πράξεις/~ά έργα (βλ. φιλανθρωπία). Έχει ~ό σκοπό/~ές προθέσεις (βλ. αγνός).|| Παριστάνει τον ~ό. Μου έκανε την ~ή μέχρι να την εξυπηρετήσω. 2. ηθικός, ήσυχος, υπάκουος· ευπρεπής, κόσμιος: ~ κι ενάρετος. Πβ. έντιμος.|| (οικ.) ~ό: σκυλάκι. Τα ~ά παιδιά δεν κάνουν αταξίες! Θα πας αμέσως στο κρεβάτι σου σαν ~ό κοριτσάκι που είσαι! Τι κάνει σήμερα το ~ό μας το αγόρι;|| ~ή: μεταχείριση. Κανόνες ~ής συμπεριφοράς (πβ. σαβουάρ βιβρ). Αποφυλακίστηκε λόγω ~ής διαγωγής. Έχει πάρει ~ή αγωγή/ανατροφή. Έχει ~ούς τρόπους. 3. που διαθέτει κύρος και κοινωνική αναγνώριση, λόγω πλούτου, επαγγέλματος ή/και ήθους: νέος ~ής οικογενείας. Είναι από ~ή γενιά/~ό σόι. Πβ. αριστοκρατικός. Βλ. ανφάν γκατέ, ελίτ, τζετ σετ.|| Απέκτησε ~ό όνομα/~ή φήμη (βλ. αναγνωρισμένος, αξιόπιστος).|| Πήγε σε ~ό σχολείο. Μπήκε σε ~ή σχολή. Έκανε ~ό γάμο. Διατίθεται σε όλα τα ~ά καταστήματα (βλ. επιλεγμένος). 4. σύμφωνος με κοινώς αποδεκτές αξίες ή απαιτήσεις, σωστός: ~ός: εργοδότης (πβ. δίκαιος)/πολίτης (πβ. υπεύθυνος)/υπάλληλος (πβ. ευσυνείδητος, συνεπής)/φίλαθλος/χριστιανός (πβ. ευσεβής, πιστός). Υπήρξε ~ πατέρας και σύζυγος.|| Θα μου δανείσεις το βιβλίο σου, σαν ~ φίλος που είσαι; 5. ικανός: ~ός: αθλητής/γιατρός/δάσκαλος/επιστήμονας/ηθοποιός/μαθητής/μουσικός/οδηγός/πολιτικός/συγγραφέας. Είναι ~ (= κάνει) για δικηγόρος. ~ στο να λύνει προβλήματα. Πβ. άξιος, επιδέξιος.|| Ήταν ~ σε όλα τα μαθήματα (πβ. γερός, δυνατός).|| ~ός: ακροατής (πβ. προσεκτικός). 6. που τηρεί κάποιες προδιαγραφές· επαρκής, ικανοποιητικός: ~ός: έλεγχος (πβ. διεξοδικός). ~ή: γνώση (της Αγγλικής)/διατροφή/μόρφωση. Συμβουλές για ~ή υγεία. Χρειάζεσαι έναν ~ό ύπνο! Παρέα μ' ένα ~ό βιβλίο. -Τι λες για το σχέδιό μου; -~ό μου ακούγεται! Έχει ~ούς βαθμούς.|| Πολύ ~ές συνθήκες (= εξαιρετικές). Χαρτί ~ής ποιότητας. Μεταχειρισμένο αμάξι σε πολύ ~ή κατάσταση.|| ~ή: δόση/μερίδα.|| (ΑΘΛ.) (για δρομέα:) Έκανε ~ό χρόνο. Έκαναν αρκετά ~ή εμφάνιση/προσπάθεια. Στον ημιτελικό δεν ήταν καθόλου ~οί.|| ~ός: φωτισμός. ~ή: ορατότητα. Δεν έχει καλή όραση/φωνή (: είναι παράφωνος).|| Βρήκε ~ή δουλειά.|| Λάτρης του ~ού φαγητού (πβ. καλοφαγάς).|| ~ός: μισθός. ~ό: μεροκάματο. ~ά: λεφτά.|| ~ό: ανακάτεμα/καθάρισμα/ξέβγαλμα/πλύσιμο (πβ. σχολαστικός). Το κρέας θέλει ~ό ψήσιμο (πβ. καλοψημένος).|| Δέκα ~οί λόγοι για να ... 7. επιτυχημένος, εύστοχος: ~ός: συγχρονισμός/υπολογισμός/χειρισμός. ~ή: βολή/παρατήρηση/πρόταση/σκέψη/συμβουλή/τακτική. ~ό: άλλοθι/επιχείρημα/ερώτημα. Καμιά ~ή ιδέα; Δεν έγινε ~ή συνεννόηση. (προφ.) Καλόοο! Ελπίζω να έχεις μια ~ή δικαιολογία που άργησες. 8. χρήσιμος· συμφέρων, επικερδής: Θες μια ~ή συμβουλή; Πήρα ~ές πληροφορίες. Δεν θα σου χρειαστεί άμεσα, αλλά ~ό είναι να το ξέρεις.|| ~ή: ευκαιρία/περίπτωση/συμφωνία. ~ές: αγορές/τιμές. Δεν κάνει ~ή (= συνετή) χρήση των χρημάτων. Η χρονιά ήταν ~ή (ενν. οικονομικά) για την περιοχή. (ευχετ.) ~ές δουλειές! Πβ. αποδοτικός, κερδο-, προσοδο-φόρος.|| Φάρμακο ~ό για τον λαιμό. Πβ. ωφέλιμος.|| Άμα δεν ξέρεις, ~ό θα ήταν να μην μιλάς! 9. ευνοϊκός, θετικός· ευχάριστος: ~ή: διάθεση/τύχη (πβ. καλοτυχία). ~ό: προαίσθημα. ~ές: προοπτικές. (ευχετ.) ~ά αποτελέσματα!|| ~ός: καιρός (πβ. καλοκαιρία).|| ~ή εποχή για διακοπές. Τον πέτυχα σε ~ή στιγμή. Ήρθες σε ~ή ώρα.|| Διαπραγματεύσεις μέσα σε ~ό κλίμα (ΑΝΤ. δυσμενής).|| Χρειάζομαι μια ~ή ζαριά. Έχει ~ό χαρτί.|| Έκανε ~ή εντύπωση. Το έργο πήρε ~ές κριτικές. Έχει ~ές συστάσεις. Πες της και κανά ~ό λόγο για μένα! Μόνο ~ά λόγια άκουσα για σένα! ΑΝΤ. αρνητικός.|| Αν έχεις ~ή παρέα, δεν θες τίποτε άλλο. Φέρνω ~ά νέα. Επιτέλους και μια ~ή είδηση! (προφ.) Τώρα αυτό είναι ~ό; ΑΝΤ. δυσάρεστος. 10. ωραίος, συμπαθητικός: ~ή: εμφάνιση. ~ό: παρουσιαστικό/σώμα. ~ά: χαρακτηριστικά.|| Δεν κάνει ~ά γράμματα. Έχει ~ό γούστο.|| (συγκαταβατικά) -Πώς σου φαίνεται; -~. ΑΝΤ. άσχημος (1) 11. επίσημος: Θα στρώσω το ~ό τραπεζομάντιλο. Πέρασα τις σημειώσεις στο ~ό τετράδιο. (μτφ., σε φωτογράφιση:) Θέλω να μου χαρίσετε το ~ό σας χαμόγελο! Έβαλα/φόρεσα τα ~ά μου παπούτσια/ρούχα. Βλ. καθημερινός, πρόχειρος. 12. που βολεύει κάποιον περισσότερο: Γράφω με το ~ό χέρι (βλ. αριστερό-, δεξιό-χειρας). Κλότσα τη μπάλα με το ~ό σου πόδι! 13. στενός, εγκάρδιος: Είναι ~οί φίλοι. Έχει πολύ ~ές σχέσεις με τους γονείς της. 14. χωρίς προβλήματα, ομαλός: Ήταν ~ή η μέρα σου σήμερα; Είχε ~ά γεράματα.|| (κυρ. ευχετ.) ~ό δρόμο/μήνα! ~όν ύπνο! ~ή: ανάρρωση/αντάμωση (: για αποχαιρετισμό)/αρχή/επιτυχία/ξεκούραση/όρεξη/πρόοδο/τύχη/χρονιά/χώνεψη! ~ή Ανάσταση και ~ό Πάσχα! ~ή σου μέρα (= καλημέρα)! ~ό: καλοκαίρι/κουράγιο/ταξίδι/τριήμερο! ~ές: διακοπές! 15. (ειρων.) (για ώρα ή χρονικό σημείο) περασμένος: Μέχρι να γυρίσει, ~ό Σεπτέμβρη/~ά μεσάνυχτα! ● Ουσ.: ο καλός: ενν. άνθρωπος, ήρωας (έργου): Στη ζωή δεν νικάνε πάντα οι ~οί.|| Έπαιζε τον ρόλο του ~ού. ΑΝΤ. ο κακός ● Υποκ.: καλούτσικος , η, ο: σχετικά καλός. Πβ. μέτριος. [< μεσν. καλούτσικος] ● ΣΥΜΠΛ.: Καλές Τέχνες βλ. τέχνη, καλές υπηρεσίες βλ. υπηρεσία, καλή ζωή βλ. ζωή, καλή θέληση βλ. θέληση, καλή λευτεριά! βλ. λευτεριά, καλή πίστη βλ. πίστη, καλή χοληστερόλη/χοληστερίνη βλ. χοληστερόλη, καλός/κακός αγωγός βλ. αγωγός, ο καλός Θεός/θεούλης βλ. θεός, ο καλός κόσμος βλ. κόσμος, υψηλή/καλή κοινωνία βλ. κοινωνία ● ΦΡ.: βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου (προφ.): για να δηλωθεί η μάταιη προσπάθεια να (μετα)πειστεί κάποιος: ~ ~, τίποτα αυτός, τον χαβά του! Πβ. βρε αμάν, βρε ζαμάν., καλά όλ' αυτά, αλλά ... (προφ.): ως έκφρ. επιφύλαξης σε άποψη ή κατάσταση που γίνεται μόνο συγκαταβατικά αποδεκτή: Θα μου πεις ~ ~ πώς μπορεί κάποιος να τα εφαρμόσει; Πβ. ναι μεν, αλλά., καλέ μου άνθρωπε! (προσφών.-ευφημ.): Λυπήσου με, ~ ~! Γιατί, ~ ~, φωνάζεις έτσι;, καλό κι αυτό/καλό και τούτο! (προφ.): για να δηλωθεί έκπληξη: ~ ~! Τι άλλο θ' ακούσουμε; (ειρων.) Αυτόν επέλεξαν; ~ ~!, καλός είναι κι αυτός/και τούτος/του λόγου του! (προφ.-ειρων.): επικριτικά για κάποιον που η συμπεριφορά του εκπλήσσει ή ενοχλεί. Πβ. άλλος (κι) αυτός!, καλός/καλή/καλό μου (οικ.): για αγαπημένο πρόσωπο: (προσφών.) Ήρθες, ~έ μου; Έλα εδώ, ~ό μου, γιατί κλαις;|| (ως ουσ., ερωτικός σύντροφος:) Περιμένει τον ~ό της/την ~ή του (βλ. αγαπημένος, φίλος/φιλενάδα)., με την καλή έννοια (του όρου) (προφ.): ως διευκρίνιση για χαρακτηρισμό ή δήλωση που μπορεί να παρεξηγηθεί: Σε ζηλεύω, ~ ~!|| (ειρων.-χιουμορ.) Είναι τρελή, ~ ~ (πάντα)!, ο καλός καλό δεν έχει (παροιμ.): ο καλόκαρδος άνθρωπος δεν βρίσκει ευτυχία και ανταπόδοση της καλοσύνης του., ο καλός/η καλή σου (ειρων.): για να δηλωθεί ενόχληση ή το ευτράπελο μιας συμπεριφοράς, χωρίς να κατονομαστεί ο δράστης: Στρίβω δεξιά, από πίσω κι ο ~ ~! Κινώ, λοιπόν, ο ~ ~, να πάω στο ... Έφυγε η ~ ~ και μ' άφησε να βγάλω εγώ το φίδι απ' την τρύπα! Πάει να σηκωθεί, πάρτην κάτω την ~ή ~!, όλοι οι καλοί χωράνε: (προτρεπτικά) για να δηλωθεί ότι όλοι οι καλόβολοι άνθρωποι είναι ευπρόσδεκτοι: Μπείτε κι εσείς, ~ ~. Πβ. χίλιοι καλοί χωρούν(ε)/χωράνε., πολύ καλός για ...: πολύ ανώτερος από κάποιον άλλον ή από τον μέσο όρο: ~ ~ό για να είναι αληθινό! Είναι πολύ ~ή για σένα (= σου πέφτει πολλή)!, τέλος καλό, όλα καλά: όταν κάτι έχει αίσιο τέλος, ξεχνά κανείς τις δυσκολίες και τα προβλήματα που συνάντησε: Πέρασε κάποιες περιπέτειες με την υγεία του αλλά ~ ~. [< αγγλ. all's well that ends well] , το δέκα/το δύο το καλό (στην τράπουλα): το δέκα καρό ή το δύο σπαθί: (μτφ., για καλή τύχη:) Έχει πιάσει το δέκα ~ ~., (αγωνίστηκε/έδωσε) τον αγώνα τον καλό βλ. αγώνας, βλέπω/παίρνω (κάποιον/κάτι) με καλό/με κακό μάτι βλ. μάτι, για καλή/για κακή μου τύχη βλ. τύχη, δεν θα έχω καλά ξεμπερδέματα/θα έχω κακά/άσχημα ξεμπερδέματα βλ. ξεμπέρδεμα, δεν λες καλά/καλύτερα (που) ... βλ. λέω, δίνω το (καλό/κακό) παράδειγμα βλ. παράδειγμα, η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται βλ. μέρα, η ώρα η καλή! βλ. ώρα, κάθε εμπόδιο για καλό βλ. εμπόδιο, καλά ξεμπερδέματα βλ. ξεμπέρδεμα, καλά ξυπνητούρια! βλ. ξυπνητούρια, καλά στέφανα! βλ. στέφανα, καλά/καλό θα 'τανε βλ. καλά, καλές γιορτές! βλ. γιορτή, καλή καρδιά! βλ. καρδιά, καλή του ώρα βλ. ώρα, καλή ώρα βλ. ώρα, καλής γειτονίας βλ. γειτονία, καλό βόλι βλ. βόλι, καλό βράδυ! βλ. βράδυ, καλό κατευόδιο! βλ. κατευόδιο, καλό ξημέρωμα! βλ. ξημέρωμα, καλό/κακό προηγούμενο βλ. προηγούμενο, Καλός πολίτης! βλ. πολίτης, καλός, χρυσός και άγιος, αλλά ... βλ. άγιος, καλούς απογόνους! βλ. απόγονος, μέσα/μες στην καλή/τρελή χαρά βλ. χαρά, μια/μία ωραία πρωία βλ. πρωία, ο καλός ποιμήν βλ. ποιμένας, ο καλός Σαμαρείτης βλ. Σαμαρείτης, ο παλιός καλός ... βλ. παλιός, οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους βλ. λογαριασμός, όλα καλά/όλα ωραία, όλα ανθηρά βλ. ανθηρός, όλοι (οι καλοί) μαζί/όλοι αντάμα κι ο ψωριάρης χώρια βλ. ψωριάρης, παίρνω τον καλό δρόμο βλ. δρόμος, σε καλά χέρια βλ. χέρι, σε καλή μεριά! βλ. μεριά, σε καλό δρόμο/σε καλή πορεία βλ. δρόμος, στα καλά καθούμενα/του καθουμένου βλ. καθούμενος, το καλό πρά(γ)μα αργεί να γίνει βλ. αργώ, το καλό το παλικάρι ξέρει κι άλλο μονοπάτι βλ. παλικάρι, του καλού καιρού βλ. καιρός, χίλιοι καλοί χωρούν(ε)/χωράνε (, ένας κακός δεν χωρεί) βλ. χίλιοι ● βλ. καλά, καλό, καλώς [< αρχ. καλός]
κινητικότητακι-νη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. μετακίνηση προσώπων ή πληθυσμών· ειδικότ. η δυνατότητα ελεύθερης κυκλοφορίας προσώπων στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης: αστική/γεωγραφική/δημογραφική (: πληθυσμιακές ανακατατάξεις· βλ. μετανάστευση)/(ΑΘΛ.) μεταγραφική ~.|| Ακαδημαϊκή/ευρωπαϊκή ~. ~ ανθρώπινου δυναμικού/ερευνητών (βλ. διαρροή εγκεφάλων)/φοιτητών (βλ. ERASMUS). Βλ. Ευρωπαϊκό Πορτφόλιο. || (εθελοντική) ~ στο Δημόσιο (: μετακίνηση από μια υπηρεσία σε άλλη). 2. (μτφ.) έντονη δραστηριοποίηση σε κάποιον τομέα: διπλωματική/επενδυτική/οικονομική/πολιτική ~. Επικρατεί/παρατηρείται/υπάρχει μεγάλη ~ στην κυβέρνηση. Πβ. καύσωνας, πυρετός. Βλ. αδράνεια, στατικότητα. 3. ΙΑΤΡ. δυνατότητα κίνησης ή ύπαρξη κινητικής δραστηριότητας: η ~ του εμβρύου. Άτομα μειωμένης/περιορισμένης ~ας (βλ. κινητική αναπηρία).|| ~ του εντέρου (βλ. σεροτονίνη)/του οισοφάγου (βλ. γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση)/του σπέρματος (βλ. σπερμοδιάγραμμα). Βλ. υπερ~, υπο~, -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: επαγγελματική κινητικότητα & (σπάν.) εργασιακή κινητικότητα 1. η ικανότητα ή προθυμία των νέων εργαζομένων να εργαστούν σε διαφορετική περιοχή, κυρ. στο εξωτερικό. Βλ. ευελιξία. 2. η ευκολία με την οποία νέοι εργαζόμενοι αλλάζουν εργασία, θέση ή αντικείμενο δραστηριότητας. Βλ. επιχειρηματικότητα., κοινωνική κινητικότητα βλ. κοινωνικός [< γαλλ. mobilité, αγγλ. mobility]
μαλάκυνσημα-λά-κυν-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) αποχαύνωση, αποβλάκωση: Έχει πάθει ~ (= έχει χαζέψει) από την πολλή τηλεόραση. 2. ΙΑΤΡ. παθολογική αλλοίωση οργάνου ή ιστού: ~ χόνδρου (= χονδρο~). Βλ. οστεομαλακία. ● ΣΥΜΠΛ.: μαλάκυνση (του) εγκεφάλου/εγκεφαλική μαλάκυνση: ΙΑΤΡ. εκφυλισμός συγκεκριμένης περιοχής του εγκεφάλου ύστερα από θρόμβωση ή εμβολή της αρτηρίας που την αιματώνει, με δυσμενείς επιδράσεις στις νοητικές λειτουργίες. Πβ. Αλτσχάιμερ, γεροντική άνοια. [< μτγν. μαλάκυνσις, γαλλ. ramollissement]
μεταιχμιακός, ή, ό με-ταιχ-μι-α-κός επίθ.: που βρίσκεται στο μεταίχμιο ή σχετίζεται με αυτό: ~ή: εποχή/περίοδος. ~ές: καταστάσεις. Βλ. μεταβατικός, οριακός.|| (ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.) ~ός: λοβός. ● ΣΥΜΠΛ.: μεταιχμιακό σύστημα (του εγκεφάλου): ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. σύνολο εγκεφαλικών δομών που ελέγχουν κυρ. τα συναισθήματα, τη θρέψη και το σεξουαλικό ένστικτο. [< αγγλ. limbic system, 1952] , οριακή διαταραχή προσωπικότητας βλ. διαταραχή
πλύσηπλύ-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) πλύσιμο: μηχανές/σύστημα ~ης. Το νερό της ~ης. Βλ. ξέπλυμα. 2. (ειδικότ.) διαδικασία πλυσίματος ρούχων στο πλυντήριο. Βλ. μπουγάδα, ξέβγαλμα. 3. ΙΑΤΡ. καθαρισμός μέρους του σώματος, συνήθ. με αντισηπτικό: κολπική ~. ~εις στόματος (ΣΥΝ. μπουκώματα). Πβ. έκπλυση. 4. ΧΗΜ. καθαρισμός μεταλλευμάτων, υφαντικών ινών ή ορυκτών. ● ΣΥΜΠΛ.: πλύση εγκεφάλου: συστηματική και πιεστική προσπάθεια, με στόχο την ακούσια αλλαγή των πολιτικών και κοινωνικών πεποιθήσεων, στάσεων ή συναισθημάτων ενός ατόμου ή μιας ομάδας και την υιοθέτηση άλλων: μαζική ~ ~. Η διαφήμιση/τηλεόραση ως μέσο ~ης ~. Βλ. προπαγάνδα. [< αγγλ. brainwashing, 1950] , πλύση στομάχου: ΙΑΤΡ. κένωση από δηλητηριώδεις ουσίες. [< αγγλ. gastric/stomach lavage] [< 1: αρχ. πλύσις 2: αγγλ. wash(ing) 3: γαλλ. lavage 4: αγγλ. washing]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ