Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • εγκύπτω [ἐγκύπτω] ε-γκύ-πτω ρ. (αμτβ.) {ενέκυ-ψε, εγκύ-ψει} (+ σε) (απαιτ. λεξιλόγ.): εξετάζω κάτι προσεκτικά, το μελετώ με ζήλο: ~ει με σοβαρότητα στα προβλήματα των μεταναστών. ~ψε με ευαισθησία σε ... Πβ. αφοσιώνομαι, εμβαθύνω, εντρυφώ, προσηλών-, συγκεντρών-ομαι. [< αρχ. ἐγκύπτω ΄σκύβω, ερευνώ’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.