εγωισμός [ἐγωισμός] ε-γω-ι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. η προσήλωση του ατόμου στον εαυτό του και το προσωπικό του συμφέρον: ατομικός/πληγωμένος/τυφλός/υπέρμετρος ~. Δόση/έλλειψη/ίχνος ~ού. Σύγκρουση ~ών. Τρέφει τον ~ό κάποιου. Ρίχνω τον ~ό μου. Ο ~ του δεν τον άφησε να .../τον κατέστρεψε. Θα πρέπει να παραμεριστούν οι ~οί. Δεν χωράνε ~οί στην αγάπη. Ικανοποίηση προσωπικών ~ών και φιλοδοξιών. Είναι υπεράνω ~ών. Βλ. ματαιοδοξία, μικροεγωισμοί. ΣΥΝ. ατομικισμός (1), ατομισμός (1), εγωκεντρισμός (1), εγωλατρία, εγωπάθεια, φιλαυτία ΑΝΤ. αλτρουισμός, φιλαλληλία 2. (προφ.) φιλότιμο, αξιοπρέπεια, περηφάνεια: Καλά, ούτε μια στάλα ~ό δεν έχει; Βλ. -ισμός. ● ΦΡ.: θίγω/πληγώνω τον εγωισμό κάποιου: προσβάλλω το εγώ, την προσωπικότητα ή την αξιοπρέπεια κάποιου: Η άρνηση και η απόρριψη μειώνουν την αυτοπεποίθηση και ~ουν ~. [< γαλλ. égoïsme, αγγλ. egoism]
ματαιοδοξίαμα-ται-ο-δο-ξί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του ματαιόδοξου: προσωπικές ~ες. (Δεν) το έκανα από ~. Κάθε τόσο αλλάζει αμάξι, για να ικανοποιήσει τη ~ του. Βλ. εγωισμός, έπαρση, επιδειξιομανία, μωροφιλοδοξία, ωραιοπάθεια. ΣΥΝ. κενοδοξία, ματαιοφροσύνη [< γαλλ. vaine gloire ή ιταλ. vanagloria]
We use cookies and similar technologies to improve your experience on our website.