Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • εθνογλωσσολογία [ἐθνογλωσσολογία] ε-θνο-γλωσ-σο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Ε): ΓΛΩΣΣ. κλάδος της γλωσσολογίας ο οποίος μελετά τη γλώσσα σε συνάρτηση με τον πολιτισμό και τις συμπεριφορές μιας εθνότητας: ~ και ανθρωπολογική γλωσσολογία. Βλ. εθνολογία, κοινωνιογλωσσολογία. [< αγγλ. ethnolinguistics, 1920, γαλλ. ethnolinguistique, περ. 1950]

εθνολογία

εθνολογία[ἐθνολογία] ε-θνο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΕΘΝΟΛ. επιστήμη που μελετά τα ανθρωπολογικά, πολιτισμικά και άλλα χαρακτηριστικά εθνικών συνόλων, κυρ. των απλών και παραδοσιακών κοινωνιών, και τις μεταξύ τους σχέσεις. Βλ. πολιτισμική ανθρωπολογία, εθνο-γλωσσολογία, -γραφία, -μουσικολογία, -λογία. ΣΥΝ. κοινωνική ανθρωπολογία [< γαλλ. ethnologie, αγγλ. ethnology]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.