Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • εικασία [εἰκασία] ει-κα-σί-α ουσ. (θηλ.) {εικασι-ών} (λόγ.): υπόθεση ή συμπέρασμα που διατυπώνεται ως πιθανό: αναπόδεικτη/απλή/τολμηρή ~. Αβάσιμες/αόριστες/καθαρές/προσωπικές ~ες. Μια ~ κάνω (= εικάζω). Δεν μπορούμε να βασιστούμε σε φήμες ή ~ες. ~ες για/σχετικά με ... Εν μέσω ~ών. [< αρχ. εἰκασία]