Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • εικονοκλάστης [εἰκονοκλάστης] ει-κο-νο-κλά-στης ουσ. (αρσ.) {εικονοκλαστ-ών} : ακραίος ριζοσπάστης, αυτός που σπάει τους δεσμούς με την παράδοση. Πβ. αντικομφορμιστής. [< μεσν. εικονοκλάστης, γαλλ. iconoclaste, αγγλ. iconoclast]