Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • εικονόγραμμα [εἰκονόγραμμα] ει-κο-νό-γραμ-μα ουσ. (ουδ.): σχηματοποιημένη εικόνα με την οποία δηλώνεται η σημασία μιας λέξης και γενικότ. γραφική αναπαράσταση πληροφορίας: (ΓΛΩΣΣ.) ~ σπαθιού σε μυκηναϊκές πινακίδες. Πβ. ιδεό-, λογό-γραμμα.|| Ολυμπιακά αθλητικά ~ατα. [< αγγλ. pictogram, γαλλ. pictogramme, 1924]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.