Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • ειρήνη [εἰρήνη] ει-ρή-νη ουσ. (θηλ.) 1. κατάσταση ενός ή περισσότερων εθνών ή κρατών που δεν βρίσκονται σε πόλεμο· ύπαρξη αρμονικών σχέσεων μεταξύ ανθρώπων ή ομάδων, απουσία συγκρούσεων, βίας, εχθρικής διάθεσης και συμπεριφοράς: διακρατική/διαρκής/διεθνής/επισφαλής/εργασιακή/θρησκευτική/παγκόσμια ~. Αποκατάσταση/διατήρηση/επικράτηση/οικοδόμηση/παγίωση/προάσπιση (της) ~ης. Σύμφωνο/συνθήκη/υπογραφή (της) ~ης (πβ. ανακωχή, εκεχειρία, κατάπαυση του πυρός). Το αγαθό/το πνεύμα/σύμβολο (π.χ. κλαδί ελιάς, περιστέρι)/υπέρμαχος της ~ης. Απειλή/διαδήλωση/διάσκεψη/κίνημα για την ~. Σε καιρό ~ης. Πράξη που θέτει σε κίνδυνο την ~ και σταθερότητα της περιοχής. Βλ. αναταραχή, διένεξη.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ πάσι/υμίν.|| (ΝΟΜ.) Διατάραξη της κοινής/οικιακής ~ης. ΑΝΤ. πόλεμος (1) 2. (μτφ.) κατάσταση εσωτερικής γαλήνης, ηρεμίας: η ~ του νου/πνεύματος (= πνευματική ~). ~ στην καρδιά/ψυχή. ● ΣΥΜΠΛ.: η πίπα της ειρήνης βλ. πίπα, περιστέρι της ειρήνης βλ. περιστέρι ● ΦΡ.: ύπαγε εν ειρήνη, βλ. υπάγω [< αρχ. εἰρήνη, γαλλ. paix]

αναταραχή

αναταραχή[ἀναταραχή] α-να-τα-ρα-χή ουσ. (θηλ.): απουσία ηρεμίας, τάξης, ομαλότητας· αναστάτωση: γενικευμένη/εσωτερική/οικονομική/παγκόσμια/πολεμική/πολιτική/συναισθηματική/ψυχική ~. Κοινωνικές ~ές (: κινητοποιήσεις). ~ στις φυλακές (= εξέγερση)/στον χώρο της παιδείας. Περίοδος ρευστότητας και ~ής. Στη δίνη της διεθνούς ~ής. Επικρατεί ~ στο κόμμα. Κόπασε/οξύνεται η ~. Σημειώθηκε νέα ~ στη ... (= συμπλοκές, συγκρούσεις, επεισόδια). Οι διαδόσεις για ... προκάλεσαν μεγάλη ~ στους κατοίκους. Πβ. αναβρασμός, ανακατωσούρα, αναμπουμπούλα, σύγχυση, χαλασμός, χαμός. [< γαλλ. perturbation]

περιστέρι

περιστέριπε-ρι-στέ-ρι ουσ. (ουδ.) {περιστερ-ιού | -ιών}: ΟΡΝΙΘ. γένος πτηνών (επιστ. ονομασ. Columba livia) με πυκνό γκρίζο φτέρωμα, παχουλό σώμα, κοντό λαιμό και μακρύ κεφάλι, το οποίο εξημερώνεται εύκολα και συναντάται κυρ. στις πόλεις: τα ~ια της πλατείας. Το γουργουρητό των ~ιών. Πβ. περιστέρα. Βλ. αγριο-, φασσο-περίστερο, δεκαοχτούρα, φάσσα.|| Το ~ συμβολίζει το Άγιο Πνεύμα/την αγνότητα. Πβ. περιστερά. ● Υποκ.: περιστεράκι (το): || (ως τρυφερή προσφώνηση μεταξύ ερωτευμένων) ~ μου! ΣΥΝ. πιτσούνι (1) ● ΣΥΜΠΛ.: περιστέρι της ειρήνης: λευκό περιστέρι, κυρ. η απεικόνισή του, ως σύμβολο ειρήνης., ταχυδρομικό περιστέρι : που έχει εξαιρετική αίσθηση προσανατολισμού και γι' αυτό χρησιμοποιήθηκε στο παρελθόν για τη μεταφορά μηνυμάτων από ένα μέρος σε άλλο. ● ΦΡ.: όταν ασπρίσει ο κόρακας και γίνει περιστέρι βλ. κόρακας [< μεσν. περιστέρι(ο)ν]

πίπα

πίπαπί-πα ουσ. (θηλ.) 1. αντικείμενο που αποτελείται από μια μικρή κοιλότητα, όπου τοποθετείται και ανάβεται ο καπνός, και από έναν σωλήνα με επιστόμιο από όπου εισπνέεται: Καπνίζει ~. Ανάβω την ~ μου. ΣΥΝ. καπνοσύριγγα (1), τσιμπούκι (1) 2. σωληνοειδές αντικείμενο για το κάπνισμα, στην άκρη του οποίου τοποθετείται το τσιγάρο: μακριά ~. 3. ΤΕΧΝΟΛ. πρόσθετο άκρο που προσαρμόζεται σε σωλήνα: ~ μπουζί. 4. {κυρ. στον πληθ.} (προφ.) ανοησία, βλακεία. 5. (λ. ταμπού) πεολειξία. ● ΣΥΜΠΛ.: η πίπα της ειρήνης: που κάπνιζαν τελετουργικά οι Ινδιάνοι, για να επικυρώσουν ειρηνική συμφωνία· κατ' επέκτ. συμφιλίωση. [< γαλλ. le calumet de la paix, αγγλ. peace pipe], [< ιταλ. pipa, γαλλ. pipe]

υπάγω

υπάγω[ὑπάγω] υ-πά-γω ρ. (μτβ.) {(αόρ.) υπήγαγε, υπαγάγει, υπάχ-θηκε (λόγ.) υπήχθη (μτχ. υπαχθ-είς, -είσα, -έν), -θεί, υπάγ-οντας, -όμενος, κυρ. μεσοπαθ.} (λόγ.): θέτω στην αρμοδιότητα κάποιου: Το σχέδιο νόμου ~ει τους συνεταιρισμούς σε διαδικασίες ελέγχου. Πβ. εντάσσω, κατατάσσω, τοποθετώ. ● Παθ.: υπάγομαι: βρίσκομαι κάτω από τη δικαιοδοσία κάποιου: Κάτι ~εται στις διατάξεις/στο καθεστώς/στα (αντικειμενικά) κριτήρια/στον νόμο/στο πρόγραμμα/στις ρυθμίσεις ... Το χωριό ~εται διοικητικά στον Δήμο ... Το τμήμα ~εται στη διεύθυνση/στον τομέα Πληροφορικής ... Εισοδήματα/πρόσωπα ~όμενα σε ειδικό φόρο. Πβ. ανήκω, εντάσσομαι. ● ΦΡ.: ύπαγε εν ειρήνη (ΚΔ): πήγαινε στην ευχή του Θεού. , ύπαγε οπίσω μου Σατανά βλ. σατανάς [< αρχ. ὑπάγω ‘οδηγώ κάτω από, περιλαμβάνω’, γαλλ. subordoner]