Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ειρωνεύομαι [εἰρωνεύομαι] ει-ρω-νεύ-ο-μαι ρ. (μτβ.) {ειρωνεύ-τηκα, -τώ, -όμενος}: περιπαίζω κάποιον και τον υποτιμώ εμμέσως με τα λεγόμενά μου: ~εται τους πάντες και τα πάντα. ~τηκε και χλεύασε τις δηλώσεις/τις προτάσεις τους. Μας ~τηκε με ύφος χιλίων καρδιναλίων. Πβ. περιγελώ, σαρκάζω. [< αρχ. εἰρωνεύομαι, γαλλ. ironiser, αγγλ. ironize]