Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • εισαγωγικά [εἰσαγωγικά] ει-σα-γω-γι-κά ουσ. (ουδ.): ΓΡΑΜΜ. σημείο στίξης (διπλά: « », “ ”, απλά ή μονά: ' ', ‘ ’) που χρησιμοποιείται σε ένα κείμενο, για να περικλείσει έναν τίτλο, τα λόγια προσώπου που μεταφέρονται αυτολεξεί σε μορφή ευθέος λόγου, χωρία άλλων συγγραφέων ή για να δηλωθεί ότι η έκφραση ή η λέξη που περικλείεται σε αυτά χρησιμοποιείται με σημασία διαφορετική από την τρέχουσα ή τίθεται υπό αμφισβήτηση: γωνιώδη ~. Ανοίγω/κλείνω τα ~. (ΠΛΗΡΟΦ.) Περικλείουμε το όνομα του αρχείου/τους όρους αναζήτησης σε ανωφερή διπλά ~. Το κείμενο/παράθεμα μπαίνει μέσα σε ~/τίθεται εντός ~ών. Πβ. αυτάκια.|| Η προοδευτική (εντός ή εκτός ~ών) διανόηση.