Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • εισαγωγικός , ή, ό [εἰσαγωγικός] ει-σα-γω-γι-κός επίθ. 1. που αποτελεί την εισαγωγή σε κάτι (έργο, βιβλίο, ομιλία, επιστημονικό τομέα) και δίνει συνήθ. γενική εικόνα του συνόλου: ~ός: λόγος/νόμος (του αστικού κώδικα)/τόμος. ~ή: αναφορά/εισήγηση/εκπαίδευση/ενότητα/οθόνη (εφαρμογής)/παρουσίαση/τοποθέτηση. ~ό: κείμενο/κεφάλαιο/μάθημα/σημείωμα. ~ές: έννοιες (= βασικές)/παρατηρήσεις. Βλ. προ~. 2. που αναφέρεται στην τοποθέτηση κάποιου ως φοιτητή ή σπουδαστή σε εκπαιδευτικό ίδρυμα ή ως υπαλλήλου σε δημόσια υπηρεσία καθώς και στην αρχική κατάσταση του δεύτερου από άποψη ιεραρχίας και αποδοχών: ~ός: διαγωνισμός. ~ές εξετάσεις για την τριτοβάθμια εκπαίδευση (= εισιτήριες).|| ~ός: βαθμός/μισθός. ~ή: βαθμίδα. ~ό: μισθολογικό κλιμάκιο. 3. που έχει σχέση με τις εισαγωγές εμπορευμάτων: ~ός: δασμός. ~ή: εταιρεία. ~ό: εμπόριο. ~ές: επιχειρήσεις. ΑΝΤ. εξαγωγικός (1) ● επίρρ.: εισαγωγικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: εβδομάδα επικοινωνίας βλ. εβδομάδα [< 1, 3: μτγν. εἰσαγωγικός, γαλλ. introductif]

εβδομάδα

εβδομάδα[ἑβδομάδα] ε-βδο-μά-δα ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -άδος} & (προφ.) βδομάδα: χρονική περίοδος επτά ημερών που αρχίζει την Κυριακή και τελειώνει το Σάββατο (ή σύμφωνα με ό,τι ισχύει διεθνώς ξεκινά τη Δευτέρα και λήγει την Κυριακή) και γενικότ. κάθε χρονικό διάστημα επτά ημερών: η επόμενη/ερχόμενη/προηγούμενη/προσεχής/τρέχουσα ~. Καλημέρα και καλή ~! Κάθε ~. Μια φορά (βλ. εβδομαδιαίος)/δυο φορές την ~. Στις αρχές/εντός/κατά τη διάρκεια/στα μέσα (= μεσοβδόμαδα)/στο τέλος της ~ας (βλ. σαββατοκύριακο).|| Δύσκολη/κρίσιμη/ναυτική/πολιτιστική ~. ~ (= επταήμερο) αγροτουρισμού/διακοπών/εξελίξεων/επιστήμης και τεχνολογίας/κινητοποιήσεων/προσαρμογής. ~ γνωριμίας με την οικολογική γεωργία. Εκδηλώσεις/προσφορές/ταινίες της ~ας. ~ες διδασκαλίας. Παγκόσμια ~ οδικής ασφάλειας. Η πρώτη ~ του μήνα. Πριν από/για/σε μια ~. Δόθηκε παράταση μιας ~ας για ... Βλ. διαβολοβδομάδα. ● ΣΥΜΠΛ.: εβδομάδα επικοινωνίας & (σπάν.) εισαγωγική εβδομάδα: η πρώτη εβδομάδα του ακαδημαϊκού εξαμήνου, κατά την οποία σε κάποιες σχολές γίνεται παρουσίαση του πανεπιστημιακού χώρου στους πρωτοετείς φοιτητές και πραγματοποιούνται οι εγγραφές., εργάσιμη εβδομάδα: ο συμφωνημένος χρόνος παρεχόμενης εργασίας σε μία εβδομάδα: ~ ~ πέντε ημερών., η Μεγάλη Εβδομάδα & η Εβδομάδα των Αγίων Παθών: ΕΚΚΛΗΣ. η τελευταία εβδομάδα της Σαρακοστής, πριν από την Κυριακή του Πάσχα, κατά την οποία οι Χριστιανοί τιμούν τα πάθη του Χριστού. ΣΥΝ. μεγαλοβδομάδα, η εβδομάδα/Κυριακή της Κρεοφάγου βλ. κρεοφάγος, η εβδομάδα/Κυριακή της Τυροφάγου βλ. τυροφάγος, Ναυτική Εβδομάδα βλ. ναυτικός, Πράσινη Εβδομάδα βλ. πράσινος ● ΦΡ.: εβδομάδα των παθών βλ. πάθος, μετράω μέρες/ώρες/εβδομάδες βλ. μετρώ [< μεσν. εβδομάδα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.